ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι καιρός για ήρωες. Η πρόσφατη (πολύ πρόσφατη όσον αφορά την Ελλάδα) ιστορία έδειξε πως δεν είναι καιρός ούτε για ηγέτες (ίσως ο Λούλα κάτι να κάνει στη Βραζιλία, που σίγουρα ήταν ηγέτης. Στην Ελλάδα ήταν μόνο ο Τσίπρας). Τελικά, λοιπόν, για τι είναι καιρός;

Εχουμε γεμίσει πτώματα – γι’ αυτά είναι ο καιρός; Ακούγεται σκληρό, ίσως υπερβολικό και σίγουρα δεν γράφεται ποτέ μια τέτοια φράση με ευκολία. Ωστόσο, την αναφέρω σχεδόν γραφειοκρατικά: έχουμε στην κυριολεξία γεμίσει πτώματα. Δεν θα το πω μεταφορικά, λογοτεχνικά, καρικατουρίστικα ή στρατευμένα ιδεολογικά. Ετσι είναι γιατί έτσι το έκαναν. Δεν έγινε από μόνο του. Το έκαναν. Εντελώς συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι οποίοι πήραν εντελώς συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, εξαιτίας εντελώς (εντελώς όμως, δίχως κανένα περιθώριο δικαιολογίας) συγκεκριμένης πολιτικής στάσης και ιδεολογίας (αν είναι ιδεολογία αυτό το πράγμα μεταξύ alt right και άκρατου νεοφιλελευθερισμού).

Αυτοί και μόνο αυτοί αποφάσισαν (ναι, αποφάσισαν) πως είναι «οκ» να πεθαίνουν άνθρωποι, περιμένοντας ένα ασθενοφόρο που είτε δεν υπάρχει είτε δεν θα έρθει ποτέ· πως είναι «οκ» να δώσουν εντολή να μη σωθούν και να πνιγούν εκατοντάδες χιλιάδες στις θάλασσες της χώρας τους· πως είναι «οκ» να σηκώνει ένας αστυνομικός το περίστροφό του και να πυροβολήσει θανάσιμα άοπλο (επειδή είναι Σύρος, Τσιγγάνος, μικρός, επειδή απλώς περπατάει με φίλο δίπλα του, επειδή έτσι!)· πως είναι «οκ» να δολοφονείται τρανς γυναίκα – με το αστυνομικό δελτίο να την ονομάζει «άνδρα»· πως είναι «οκ» να δολοφονούνται γυναίκες απροστάτευτες από κάθε κρατική δομή και μέριμνα, επειδή είναι γυναίκες, άρα αντικείμενα και ιδιοκτησία άνδρα και πως αυτό δεν αρκεί για να κατοχυρωθεί ο όρος «γυναικοκτονία»· πως είναι «οκ» να πεθαίνουν παιδιά και μεγάλοι και μεγαλύτεροι μέσα σε ένα τρένο και να λένε απέραντα ψέματα γι’ αυτό, χαρακτηρίζοντας το έγκλημα «θυσία». Αυτοί και μόνο αυτοί είναι υπεύθυνοι γι’ αυτό το «οκ»…

Ενα «οκ» που, πάλι εξαιτίας τους, με την ευγενική χορηγία των περισσότερων καλοπληρωμένων από τους ίδιους ΜΜΕ, τείνει να γίνει κανονικότητα. Που τείνει να γίνει εντελώς «οκ» στην κοινωνική πραγματικότητα και συνείδηση. Και αυτό φάνηκε τραγικά, θλιβερά και περίτρανα στις τελευταίες εκλογές.

Ο Κώστας Καλφόπουλος πέθανε απροσδόκητα πριν από λίγες ημέρες. Ο Κώστας Καλφόπουλος ήταν 62 ετών. Ο Κώστας Καλφόπουλος ήταν κοινωνιολόγος και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Ο Κώστας Καλφόπουλος ήταν επιμελητής εξαιρετικών εκδόσεων. Αρθρογραφούσε για χρόνια στην «Καθημερινή» και μετά στο «The Books’ Journal». Ο Κώστας Καλφόπουλος ήταν ξένος ανταποκριτής και συνεργάστηκε με γερμανόφωνα ΜΜΕ (Neue Zürcher Zeitung, Frankfurter Allgemeine Zeitung, Neues Deutschland κ.ά.), καθώς στη Γερμανία σπούδασε και τη γλώσσα την ήξερε καλά. Ο Κώστας Καλφόπουλος ήταν συγγραφέας – έγραψε τα «Ο,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με φόνο» (εκδόσεις Καστανιώτη), «Μικρό εγκώμιο του αστυνομικού» (Νεφέλη), «10 ανεπίδοτες επιστολές» (Gutenberg), «Φλίππερ» (Gramma), «Καρέ-καρέ και άλλα διηγήματα» (Αγρα), «Καφέ Λούκατς – Budapest Noir» (Αγρα), «Ενα παράξενο καλοκαίρι» (Αγρα), «Στην εποχή της περιπλάνησης» (Αλεξάνδρεια) κ.ά. Ο Κώστας Καλφόπουλος καταπιάστηκε πολύ σοβαρά με κείμενα κριτικής λογοτεχνίας. Οπως και με την pop cultura (δύο βιβλία έγραψε μόνο για τα φλιπεράκια!). Ο Κώστας Καλφόπουλος δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Ηταν νέος και δραστήριος. Αρχισυντάκτης του περιοδικού για την αστυνομική λογοτεχνία (και όχι μόνο) «πολάρ».

Τον Κώστα Καλφόπουλο τον συναντήσαμε τελευταία φορά λίγο μετά τις πρώτες εκλογές του Μαΐου, καθώς πήγαμε να πάρουμε και οι δύο συνέντευξη από τον Αρνε Νταλ, σπουδαίο Σουηδό συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο μόνος λόγος που το γράφω αυτό είναι γιατί είδα, για τελευταία φορά βέβαια (πώς να ’ξερα;), την ευγένεια ενός πραγματικά διανοούμενου του χώρου. Και την είδα, όπως και όλες τις άλλες φορές. Δεν τη φαντάστηκα, δεν την ερμήνευσα ως τέτοια. Τη είδα γιατί ήταν.

Ξέρεις τι δεν ήταν; Δεν ήταν «οκ». Οχι, «οκ» δεν ήταν. Δεν έγινε ποτέ. Οσο κι αν γίνανε οι άλλοι γύρω του, όσο κι αν έβλεπε πως το νουάρ (που τόσο καλά γνώριζε) μετατοπίζεται στο μαύρο, δίχως ρωγμή φωτός. Δεν έγινε λέμε. Δεν έγινε σαν εμάς που κάτι πάμε να κάνουμε και που ίσως κάνουμε κιόλας, δεν έγινε σαν όσους αρνούνται ακόμα και αυτό το «κάτι», όχι μόνο από τους ίδιους αλλά και από όσους κάπως το προσπαθούν… Και σίγουρα (εντελώς όμως) δεν έγινε σαν όσους είναι εντελώς «οκ» με το λιγδερό, θανατηφόρο «οκ» τους… Δεν.

Για τέτοιους ανθρώπους είναι καιρός. Κι ας «φεύγουν» αυτόν τον καιρό. Μα, γι’ αυτούς είναι. Ας γίνουμε λοιπόν. Ας τους βρούμε ή… ας γίνουμε.