Ολα δείχνουν ότι Ιταλία και Γαλλία προσπαθούν να βρουν κάποια σημεία σύγκλισης στο μεταναστευτικό και στο προσφυγικό παρά τις εμφανείς διαφορές τού Εμανουέλ Μακρόν με την Τζόρτζια Μελόνι.
Στη συνάντηση της Ιταλίδας πρωθυπουργού με τον Γάλλο πρόεδρο την περασμένη Τρίτη στο Παρίσι κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια να δουν το ποτήρι μισογεμάτο, έστω και αν κανένας δεν έχει ξεχάσει τις εντάσεις του πρόσφατου παρελθόντος. «Στη Μεσόγειο συνεχίζουν να εκτυλίσσονται δράματα και για τον λόγο αυτό η Ευρώπη πρέπει να οργανωθεί καλύτερα» υπογράμμισε ο Μακρόν. Πρόσθεσε, δε, ότι «υπάρχει ανάγκη ελέγχου των εξωτερικών συνόρων» και πως «θεωρεί τη σχέση με την Ιταλία μοναδικής σημασίας».
Ολοι ξέρουν ότι οι θέσεις των δύο χωρών είναι κάθε άλλο παρά συγκλίνουσες: η Γαλλία δεν συμμερίζεται τη σκληρή στάση της κυβέρνησης της Ρώμης σε ό,τι αφορά τον περιορισμό της ελευθερίας κινήσεων των ΜΚΟ και ούτε το ότι μέλη της κυβέρνησης Μελόνι θεωρούν ότι πολλά πλοία που διασώζουν τους «απελπισμένους της θάλασσας» θα έπρεπε να τους μεταφέρουν σε ισπανικά και γαλλικά λιμάνια.
Η Ιταλία όμως φοβάται πως αν συνεχίσει να κοντράρει τις αποφάσεις που λαμβάνονται με την έγκριση του Παρισιού και του Βερολίνου στο τέλος θα βρεθεί απομονωμένη.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το ότι τις τελευταίες ημέρες στη Ρώμη άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι η ιταλική συντηρητική κυβέρνηση προτίθεται να ταχθεί υπέρ της επανεκλογής, σε έναν χρόνο, της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Μια επιλογή που θα μπορούσε να έχει και πολιτικό κόστος για τη Μελόνι, από τη στιγμή που είναι πολύ πιθανό να τη φέρει σε ρήξη με το ευρωπαϊκό κόμμα των συντηρητικών, του οποίου εξελέγη πρόεδρος το 2020.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις άμεσες προτεραιότητες της Ρώμης και του Παρισιού, οι δύο χώρες δείχνουν αποφασισμένες να βρουν ένα «modus vivendi», για να συνεργαστούν στην εφαρμογή του νέου Συμφώνου για το Ασυλο και τη Μετανάστευση. Πολλοί παρατηρητές υπογράμμισαν ότι και στο κρίσιμο αυτό θέμα Ουγγαρία και Πολωνία είναι κάθετα αντίθετες, ενώ η Ιταλία τελικά αποφάσισε να στηρίξει το Σύμφωνο. Διότι, όπως και η Γαλλία, θεωρεί ότι πέρα από τις επιμέρους διαφορές υπάρχει μια άμεση προτεραιότητα: η σταθεροποίηση και η «οικονομική διάσωση» της Τυνησίας από την οποία φτάνουν στις ακτές της Κάτω Ιταλίας όλο και περισσότεροι μετανάστες. Και ο αριθμός τους, αν δεν βρεθεί άμεση λύση, πρόκειται να συνεχίσει να πολλαπλασιάζεται.
Παράλληλα βέβαια όλο και περισσότεροι σχολιαστές στην Ιταλία (όπως και το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα) ζητούν με έμφαση την ενίσχυση των επιχειρήσεων διάσωσης και όχι μόνο της προστασίας των θαλάσσιων συνόρων, όπως είχε συμβεί με την επιχείρηση Mare Nostrum το 2013 και το 2014 με την έγκριση του τότε πρωθυπουργού Ενρίκο Λέτα και την κινητοποίηση των δυνάμεων της πολεμικής αεροπορίας και του ναυτικού της χώρας.
Πήρε θέση και η Καθολική Εκκλησία μέσω του προέδρου της Συνέλευσης Επισκόπων Ιταλίας και καρδινάλιου της Μπολόνια, Ματέο Τζούπι. Αναφερόμενος στις τελευταίες εξελίξεις στο μεταναστευτικό σε ομιλία του, ζήτησε «να δημιουργηθούν ανθρωπιστικοί διάδρομοι, να ευνοηθεί η μετάβαση φοιτητών στην Ευρώπη, να απλουστευτούν οι κανόνες για την επανένωση των οικογενειών και να επιτραπεί η υιοθεσία παιδιών που αναζητούν απλά και μόνο κάποιον που να τους δείξει εμπιστοσύνη και να τους προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για τη ζωή τους».
