ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαρία Ψαρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Xώρα υψηλού κινδύνου» χαρακτηρίζεται η Ελλάδα στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου και της πολυφωνίας στα ΜΜΕ από την Ε.Ε.

Και, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να «στρογγυλέψει» την εικόνα για την κατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα μας, η σχετική έκθεση για το 2023 και οι συστάσεις της Κομισιόν ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στη νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη, και μάλιστα λίγο πριν από τις προγραμματικές δηλώσεις της.

Αν και αυστηρές παρατηρήσεις περιλαμβάνουν όλες οι εκθέσεις της Κομισιόν για την κατάσταση του κράτους δικαίου στις επιμέρους χώρες, με την Πολωνία και την Ουγγαρία να κρατούν τα σκήπτρα και να χαρακτηρίζονται χώρες «πολύ υψηλού κινδύνου» για παραβιάσεις βασικών δημοκρατικών αρχών, η Ελλάδα εντάσσεται στην αμέσως επόμενη γκρίζα ζώνη, μαζί με τις Κροατία, Κύπρο, Σλοβενία και Μάλτα.

Κεντρική θέση στην έκθεση έχει ο προβληματισμός του Media Pluralism Monitor, που είναι παρατηρητήριο συμβουλευτικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πολυφωνία στα ΜΜΕ και τη διαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς τους.

Με διατυπώσεις «ακροβατικές», η έκθεση της Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση έχει λάβει κάποια μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ΜΜΕ -και εδώ εννοούνται τα μητρώα έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου που δημιουργήθηκαν-, αλλά ταυτόχρονα «καρφώνει» ότι ο διορισμός των μελών του Δ.Σ. της ΕΡΤ από τον αρμόδιο υπουργό «εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχίες σχετικά με την ουσιαστική ανεξαρτησία τους και την πιθανή πολιτική επιρροή» στη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση.

Ανησυχίες διατυπώνονται για τις καταχρηστικές αγωγές εις βάρος των δημοσιογράφων και για την ασφάλειά τους. Η έκθεση σημειώνει μάλιστα 16 περιστατικά σωματικών επιθέσεων, λεκτικών προσβολών, αυθαίρετων κρατήσεων και, φυσικά, χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού εις βάρος δημοσιογράφων που καταγράφηκαν από πέρσι στην «Πλατφόρμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προώθηση της προστασίας της δημοσιογραφίας».

«Η παρακολούθηση δημοσιογράφων από το Predator επισημάνθηκε ως θέμα που προκαλεί ανησυχία και από τον μηχανισμό ταχείας αντίδρασης για την ελευθερία των μέσων μαζικής επικοινωνίας (Media Freedom Rapid Response), καθώς αποτελεί μείζονα παραβίαση της ιδιωτικής ζωής των δημοσιογράφων, της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών και της ελευθερίας του Τύπου», αναφέρει η έκθεση.

Και παρά την ψήφιση διάταξης που μετατρέπει την ιδιωτική χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού από πλημμέλημα σε κακούργημα (για τη… δημόσια χρήση του στην Ελλάδα φυσικά δεν γίνεται καμιά αναφορά), το σχετικό κεφάλαιο της έκθεσης καταλήγει με το συμπέρασμα του «Παρατηρητηρίου για την πολυφωνία στα ΜΜΕ» το οποίο και κατατάσσει το δημοσιογραφικό επάγγελμα, τα πρότυπα και την προστασία του στην Ελλάδα στην κατηγορία υψηλού κινδύνου.

Αξιοσημείωτες -έστω και στρογγυλοποιημένες- είναι οι επισημάνσεις της Κομισιόν για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Δεν έχουν ληφθεί μέτρα όσον αφορά τη συμμετοχή του δικαστικού σώματος στη διαδικασία διορισμού για τις ανώτερες θέσεις δικαστών, επισημαίνει η έκθεση.

Η αναφορά στις συστάσεις της Κομισιόν είναι χαρακτηριστική. Η Ελλάδα δεν έχει κάνει «καμία πρόοδο όσον αφορά την αντιμετώπιση της ανάγκης για συμμετοχή της δικαστικής εξουσίας στον διορισμό του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τους διορισμούς δικαστών».

Ανησυχία εκφράζεται και για την (αν)αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της διαφθοράς. «Ενώ έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος όσον αφορά το ποσοστό των διώξεων και των καταδικαστικών αποφάσεων για αδικήματα δωροδοκίας, ο σχετικά υψηλός αριθμός αθωωτικών αποφάσεων και ποινών με αναστολή στην Ελλάδα μπορεί να εγείρει αμφιβολίες ως προς την αποτρεπτική επίδραση της αντίδρασης της ποινικής Δικαιοσύνης», λέει η έκθεση.

Τέλος, για τις ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές τονίζεται ότι τους παρέχονται ανεπαρκείς πόροι για να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, ενώ για τη συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στο νομοθετικό έργο προβάλλονται οι διαμαρτυρίες τους για το γεγονός ότι δεν τους δίνεται επαρκής χρόνος για τη συμμετοχή στη διαβούλευση και για το ότι διαρκώς αιφνιδιάζονται από τροπολογίες της τελευταίας στιγμής.