Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο μιας «ορμπανοποίησης» του κράτους απεύθυνε αρκετά συχνά η αξιωματική αντιπολίτευση στη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα για τις ελληνικές βουλευτικές εκλογές της 21ης Μαΐου και της 25ης Ιουνίου. Παρόμοια συζήτηση, υπό άλλους όμως όρους, γίνεται το τελευταίο διάστημα και στην Αυστρία, ενόψει της εδώ και μήνες εμφάνισης στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων του αντιπολιτευόμενου, αλλά συγκυβερνήσαντος στο παρελθόν, ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων, ωστόσο η χώρα αυτή, λόγω των ισχυρών δημοκρατικών δομών και θεσμών της, δεν φαίνεται να διατρέχει τέτοιο κίνδυνο.

Είναι εκείνο το κόμμα του διαβόητου Γεργκ Χάιντερ, που υπήρξε, για πρώτη φορά μεταξύ 2000 και 2006, κυβερνητικός εταίρος με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του καγκελάριου Βόλφγκανγκ Σιούσελ και το οποίο αργότερα, μεταξύ 2017 και 2019, συμμετείχε σε παρόμοιο συνασπισμό υπό τον δεξιό καγκελάριο και θεωρούμενο τότε «παιδί-θαύμα» Σεμπάστιαν Κουρτς, που παραιτήθηκε και αποσύρθηκε από την πολιτική έπειτα από πιθανολογούμενη ανάμιξή του σε σκάνδαλο καθοδήγησης και ωραιοποίησης δημοσκοπήσεων υπέρ του ιδίου.

Οπως επίσης είναι εκείνο το κόμμα που διατηρεί ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον επικρινόμενο από την Ευρωπαϊκή Ενωση, και όχι μόνον, για αυταρχισμό και εγκαθίδρυση καθεστωτικού πολιτεύματος στην Ουγγαρία, πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπαν, τον οποίο οι Ελεύθεροι στη Βιέννη θεωρούν «πρότυπο» στην Ευρώπη και τη χώρα του «προπύργιο εθνικής αυτοδιάθεσης και αντίστασης στην παγκοσμιοποιητική προσέγγιση από τις Βρυξέλλες».

Στην ομιλία του την Πρωτομαγιά στην πόλη Λιντς, ο αρχηγός του Κόμματος των Ελευθέρων, ο ισχύων ως ο πλέον σκληροπυρηνικός έως τώρα και πρώην υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κουρτς, Χέρμπερτ Κικλ, ο οποίος αυτοανακηρύσσεται μελλοντικός «λαϊκός καγκελάριος», παραπέμποντας στον Βίκτορ Ορμπαν και στην πολιτική του ζήτησε να χτιστεί και το «φρούριο της Αυστρίας».

Εξάλλου, δεν ήταν άλλος από τον προκάτοχο του Κικλ στην αρχηγία των Ελευθέρων, ο τότε αντικαγκελάριος του Σεμπάστιαν Κουρτς, ο Χάιντς-Κρίστιαν Στράχε -που λόγω του διαβόητου «σκανδάλου Ιμπιζα», διαφθοράς και πολιτικής συναλλαγής, ανατράπηκε το 2019 και εξαφανίστηκε από την πολιτική σκηνή- ο οποίος ανοικτά διαμήνυε ότι ήθελε να δημιουργήσει «ένα τοπίο στα Μέσα Ενημέρωσης παρόμοιο με εκείνο του Ορμπαν».

Διατηρώντας εδώ και καιρό την πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις, ακόμη και με ένα ποσοστό 30%, οι Ελεύθεροι δεν αποκλείεται να αναλάβουν, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, επικεφαλής της μελλοντικής αυστριακής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, που κανονικά είναι προγραμματισμένες για το φθινόπωρο του 2024, εάν βέβαια πάρουν τη σχετική εντολή σχηματισμού της από τον ομοσπονδιακό πρόεδρο της χώρας, τον προερχόμενο από τους Πράσινους Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν, ο οποίος φέρεται να έχει αποκλείσει τέτοιο ενδεχόμενο.

Σύμφωνα με τον γνωστό δημοσιογράφο και διεθνώς αναγνωρισμένο ειδικό σε θέματα Ουγγαρίας, Πάουλ Λέντβαϊ, «χωρίς ένα προσαρμοσμένο εκλογικό σύστημα όπως στην Ουγγαρία, όπου η κυβέρνηση του κόμματος Fidesz (Ενωση Νεαρών Δημοκρατών) του Ορμπαν έλαβε την πλειοψηφία των δύο τρίτων των κοινοβουλευτικών εδρών με μόνο 44% των ψήφων το 2014, το Κόμμα των Ελευθέρων στην Αυστρία δεν έχει καμία πιθανότητα να έχει συγκρίσιμους συσχετισμούς εξουσίας».

Για πρώτη φορά ο Βίκτορ Ορμπαν διατέλεσε πρωθυπουργός από το 1998 έως το 2002, όταν καταψηφίστηκε, και ακολούθησαν δύο τετραετείς κοινοβουλευτικές θητείες με τον ίδιο και το κόμμα του στα έδρανα της αντιπολίτευσης, ωστόσο μια χαρακτηριστική και καθοριστική φράση του προέρχεται από αυτή την περίοδο: «Πρέπει να κερδίσουμε μόνο μία φορά, αλλά σωστά», υπονοώντας, προφανώς, επόμενες νίκες επ’ αόριστον.

Ηταν το 2010 όταν, εξαιτίας ενός σκανδάλου διαφθοράς και της άσχημης οικονομικής κατάστασης, οι κυβερνώντες τότε Ούγγροι Σοσιαλδημοκράτες έχαναν ένα 24% της δύναμής τους στις εκλογές και ο Ορμπαν αναλάμβανε, με πρωτοφανή πλειοψηφία δύο τρίτων, και πάλι τη διακυβέρνηση του τόπου που έως σήμερα διατηρεί ανενόχλητος και που φαίνεται πως θα συνεχίσει να διατηρεί και στο μέλλον.

Εχοντας ο ίδιος διακηρύξει όχι μόνον ένα νέο κυβερνητικό πρόγραμμα, αλλά μια αλλαγή συστήματος, ακολούθησαν, αμέσως μετά από εκείνες τις εκλογές, πολιτικές αποφάσεις ριζικών αλλαγών στη στελέχωση της Δικαιοσύνης, της διοίκησης, της οικονομίας και των Μέσων Ενημέρωσης, για την εξασφάλιση του απόλυτου και πλήρους ελέγχου τους.

Στην πορεία των επόμενων χρόνων και των επαναλαμβανόμενων εκλογικών νικών, με την πλειοψηφία των δύο τρίτων, οι κυβερνήσεις Ορμπαν δεν ψήφιζαν μόνον καίριους νόμους της αρεσκείας τους και τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος, αλλά και ένα τελείως νέο Σύνταγμα στα μέτρα τους, ο χώρος των Μέσων Ενημέρωσης μετατρεπόταν σε πεδίο κυβερνητικής προπαγάνδας και το Συνταγματικό Δικαστήριο κατακλυζόταν αποκλειστικά πλέον από ημέτερους δικαστές.

Και αυτό, καθώς το πολιτικό όραμα του Βίκτορ Ορμπαν αποσαφηνιζόταν καθαρά σε ομιλία του το 2014 στο Μπάλε Τούσναντ, όταν διαμήνυε πως «το νέο κράτος που οικοδομούμε εμείς στην Ουγγαρία δεν είναι ένα φιλελεύθερο κράτος, αλλά ένα μη φιλελεύθερο κράτος».

Για τον Πάουλ Λέντβαϊ, η κυβέρνηση Ορμπαν έχει τον απόλυτο έλεγχο των ΜΜΕ και δημοσιογραφικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι το 80% των ιδιοκτησιών τους βρίσκεται στα χέρια εκδοτών πιστών στο καθεστώς – εάν δεν έχουν ήδη περιέλθει από το 2018 και μετά στο φιλοκυβερνητικό ίδρυμα Kesma. Η αντιπολιτευόμενη και μεγαλύτερης κυκλοφορίας ημερήσια εφημερίδα Nepszabadsag είχε εξαγοραστεί και στη συνέχεια είχε αναστείλει την κυκλοφορία της, ενώ μαζικές υπήρξαν οι απολύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση δημοσιογράφων που ασκούσαν κριτική στην κυβέρνηση.

«Το αποτέλεσμα είναι ένα πολύ μεγάλο τμήμα του ουγγρικού πληθυσμού να βρίσκεται υπό την επήρεια αυτής της κυβερνητικής προπαγάνδας, η αντιπολίτευση να μην έχει καν πρόσβαση στον πληθυσμό και αυτή η κατάσταση, μαζί με τη συνεχή αναπροσαρμογή των εκλογικών περιφερειών και του εκλογικού συστήματος, εξηγεί το γεγονός γιατί αυτή η κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει ακόμη την πλειοψηφία», παρατηρεί ο ίδιος.