Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής της Νέας Υόρκης Τζορτζ Σάντος διώκεται για υπεξαίρεση χρημάτων από την προεκλογική εκστρατεία του, ψέματα στο Κογκρέσο για το εισόδημά του καθώς και για παράνομη λήψη επιδομάτων ανεργίας, έκαναν γνωστό σήμερα εισαγγελείς.
Το κατηγορητήριο λέει ότι ο Σάντος παρότρυνε τους υποστηρικτές του να δωρίσουν χρήματα σε μια εταιρεία με το ψευδές πρόσχημα ότι θα χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη της εκστρατείας του. Αντίθετα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα χρησιμοποίησε για προσωπικά έξοδα, μεταξύ άλλων για να αγοράσει επώνυμα ρούχα και να πληρώσει τις πιστωτικές του κάρτες και τις δόσεις αποπληρωμής του αυτοκινήτου του.
Ο Σάντος κατηγορείται επίσης ότι είπε ψέματα για τα οικονομικά του στις δηλώσεις που δημοσιεύει το Κογκρέσο, αντίστοιχες δηλαδή με το πόθεν έσχες, και ότι ζήτησε και λάμβανε επιδόματα ανεργίας ενώ εργαζόταν ως περιφερειακός διευθυντής μιας επενδυτικής εταιρείας που η κυβέρνηση έκλεισε το 2021 με τους ισχυρισμούς ότι επρόκειτο για το γνωστό στην Αμερική «Σχήμα Πόντσι».
Ο εισαγγελέας Μπρέον Πις είπε ότι το κατηγορητήριο «επιδιώκει να καταστήσει τον Σάντος υπόλογο για διάφορα φερόμενα δόλια σχέδια και θρασείς παραποιήσεις».
Ο Σάντος παραδόθηκε σήμερα και οδηγήθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Λονγκ Άιλαντ και σε επικοινωνία που είχε μαζί του χθες το Associated Press είπε ότι δεν γνώριζε τις κατηγορίες.
Ο Σάντος, 34 ετών, εξελέγη στο Κογκρέσο το περασμένο φθινόπωρο μετά από μια εκστρατεία που βασίστηκε εν μέρει σε ψεύδη. Είπε στους ανθρώπους ότι ήταν ένας πλούσιος διαπραγματευτής της Wall Street με σημαντικό χαρτοφυλάκιο ακίνητης περιουσίας.
Στην πραγματικότητα, ο Σάντος δεν εργαζόταν σε μεγάλες χρηματοοικονομικές εταιρείες που ισχυριζόταν ότι τον είχαν απασχολήσει, δεν πήγε στο κολέγιο και δυσκολευόταν οικονομικά πριν διεκδικήσει δημόσια αξιώματα. Ισχυρίστηκε ότι χρηματοδότησε την προεκλογική του κούρσα σε μεγάλο βαθμό με αυτοδημιούργητα πλούτη που κέρδισε από διαπραγματεύσεις για ακριβά παιχνίδια για πλούσιους πελάτες. Σε ρυθμιστικές καταθέσεις, ο Σάντος ισχυρίστηκε ότι «έριξε» στην εκστρατεία του και τις σχετικές επιτροπές πολιτικής δράσης περισσότερα από 750.000 δολάρια, αλλά δεν ήταν σαφές πώς μπορούσε να αποκτήσει τέτοιου είδους πλούτο τόσο γρήγορα μετά από χρόνια κατά τα οποία πάλευε να πληρώσει το ενοίκιο του και αντιμετώπισε πολλαπλές διαδικασίες έξωσης.
Το Associated Press υπενθυμίζει ότι ο Σάντος έχει αντιμετωπίσει ποινικές έρευνες στο παρελθόν. Όταν ήταν 19 ετών, αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής έρευνας στη Βραζιλία για ισχυρισμούς ότι χρησιμοποίησε κλεμμένες επιταγές για να αγοράσει αντικείμενα σε ένα κατάστημα ρούχων. Οι αρχές της Βραζιλίας δήλωσαν ότι άνοιξαν ξανά την υπόθεση.
Το 2017, ο Σάντος κατηγορήθηκε για κλοπή στην Πενσυλβάνια, αφού οι αρχές είπαν ότι χρησιμοποίησε χιλιάδες δολάρια σε πλαστές επιταγές για να αγοράσει κουτάβια από εκτροφείς σκύλων. Αυτή η υπόθεση απορρίφθηκε αφού ο Σάντος ισχυρίστηκε ότι του έκλεψαν το βιβλιάριο επιταγών και ότι κάποιος άλλος είχε πάρει τα σκυλιά.
