ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά». Το νέο βιβλίο του Γιάννη Σιώτου, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που διαβάζεται και ως νουάρ ντοκουμέντο. Ο συγγραφέας, παρακολουθώντας την καθημερινότητα των επτά κεντρικών ηρώων του (τρεις ξένοι ανταποκριτές, μία διπλωμάτης, ένας Ελληνοαμερικάνος χωροφύλακας, ένας αδίστακτος «επιχειρηματίας» και ένας διεφθαρμένος αξιωματούχος μυστικών υπηρεσιών), μεταφέρει τον αναγνώστη 101 χρόνια πίσω, στην Αθήνα και στον Πειραιά, στις πρώτες 365 μέρες μετά τον Αύγουστο 1922.

Περιγράφει τα κύματα των προσφύγων που φτάνουν καθημερινά στο λιμάνι του Πειραιά. Καταγράφει τα πλοία που τους μεταφέρουν. Αποκαλύπτει τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης (υπαίθριοι καταυλισμοί, σχολεία, εκκλησίες, αποθήκες, σταθμοί…) που προκαλούν θανατηφόρες επιδημίες και ευθύνονται για εκατοντάδες θανάτους από αρρώστιες, πείνα και κρύο.

Αποκαλύπτει την αβάστακτη απελπισία της δυστυχίας που οδηγεί στην παραφροσύνη, στην αυτοκτονία και στην εγκατάλειψη των βρεφών στις πόρτες των πλουσιόσπιτων. Ξεσκεπάζει την αδιάφορη στάση –η οποία σύντομα μετατρέπεται σε εχθρική– της «καλής κοινωνίας».

Παρουσιάζει την απροκάλυπτη εκμετάλλευση των προσφύγων από τους κερδοσκόπους της δυστυχίας –περίβλεπτους αστούς, ισχυρούς επιχειρηματίες, απλούς νοικοκυραίους και αδίστακτους εγκληματίες– οι οποίοι αναζητούν υπηρέτριες, εργάτες και υπαλλήλους που θα αμείβονται με ένα πιάτο φαγητό και πειθήνιες «κοπέλες» που θα διαθέτουν το κορμί τους στα πέρατα της οικουμένης. Φωτίζει πτυχές της εξαθλιωμένης καθημερινότητας των μεροκαματιάρηδων της «παλιάς Ελλάδας» που αντιμετωπίζουν την απροκάλυπτη κερδοσκοπία, την ανεργία, τη φτώχεια και τις κάθε μορφής στερήσεις.

Για τον συγγραφέα το δράμα των προσφύγων δεν είναι «περιστατικό», αλλά ψηφίδα στο ψηφιδωτό της Ελλάδας του 1922-23, η οποία προσπαθεί να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του τέλους της «Μεγάλης Ιδέας». Με τα μάτια των ηρώων του παρακολουθεί: την εκδίωξη του Κωνσταντίνου, την ενθρόνιση του Γεωργίου, τη δίκη των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής, την πολιτική Πλαστήρα – Γονατά, την προσπάθεια των Μεγάλων Δυνάμεων να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στη χώρα αξιοποιώντας τη βοήθεια που προσφέρουν, τον ρόλο της ΚτΕ, την επιβολή ασφυκτικού οικονομικού και πολιτικού ελέγχου με τους λεόντειους όρους του προσφυγικοί δανείου που δεν διαφέρουν από τα σύγχρονα Μνημόνια.

Οι κεντρικοί ήρωες κινούνται σ’ έναν τόπο που βιώνει ταυτόχρονα χρηματιστηριακές και συναλλαγματικές «φούσκες», οικονομικά σκάνδαλα και άγρια καταστολή των απεργιακών κινητοποιήσεων με την παρέμβαση του στρατού και τη μετατροπή απελπισμένων προσφύγων σε απεργοσπαστικό μηχανισμό.

Το βιβλίο του Γιάννη Σιώτου είναι καρπός πολυετούς έρευνας. Ενα μυθιστόρημα που διαβάζεται σαν ντοκουμέντο. Στις σελίδες του αναδεικνύει την αναμέτρηση της «αλήθειας» των ισχυρών και των εφησυχασμένων με τη θλιβερή καθημερινότητα, που πολλές πτυχές της εξακολουθούν να παραμένουν σκοτεινές, δυσδιάκριτες και ανομολόγητες έναν αιώνα μετά.

Προδημοσίευση

Εφυγα από το καφενείο ήσυχος. Ο αψύς τύπος, που μύριζε υπόκοσμο, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου.

Μια γριά καθόταν κατάχαμα, με το κεφάλι γερμένο στον φανοστάτη του σταθμού, και μοιρολογούσε.

«Τρελάθηκε. Οι Τούρκοι έσφαξαν μπρος στα μάτια της τα τρία παιδιά της. Την έσωσε ένας Αγγλος ναύτης» έλεγε ένας μικρός δίπλα της.

Τα δρομολόγια του Ηλεκτρικου έχουν αραιώσει. Ο συνωστισμός απερίγραπτος. Ο Πρυσώ με περίμενε στο Ταχυδρομείο. Θέλαμε να αποφύγουμε τον Τίκινς, που καραδοκούσε στη Μεγάλη Βρετάνια, και τους κοσμικούς Αθηναίους, που έστηναν αυτί στα Δαρδανέλια.

«Τσαλακωμένο και σκονισμένο σε βλέπω».

Ο Μαρκ άρχισε χωρίς εισαγωγές:

«Σκέφτομαι ένα θέμα για την καθημερινότητα των προσφύγων».

Ανέσυρα από το «σεντούκι» μνήμες της βερολινέζικης εμπειρίας:

«Κάθε φορά που βρίσκομαι στον Πειραιά, θυμάμαι τον τρελό που είχα συναντήσει στο Βερολίνο. Στεκόταν στο μπρούντζινο άγαλμα του Ντράκε που οι Βερολινέζοι αποκαλούν Goldese και κραύγαζε: “Θηρία, φωλιά, τροφή!”. Θηρία οι ντόπιοι από τον φόβο ότι οι πρόσφυγες θα τους στερήσουν την τροφή και τη φωλιά. Οι πρόσφυγες είναι ακόμα πρόβατα, αλλά αργά ή γρήγορα θα γίνουν θηρία».

«Δεν καταλαβαίνω…» απάντησε.

«Από τότε που ο υπουργός Περιθάλψεως ανακοίνωσε ότι θα υποχρεώσει τους κάτοικους των πόλεων με πληθυσμό μεγαλύτερο από 5.000 να φιλοξενούν έναν δυο πρόσφυγες, οι ντόπιοι έχουν γίνει θηρία. Αισθάνονται ότι απειλείται η φωλιά τους. Προχθές στο καφενείο της Ερεσού ένας θαμώνας παραληρούσε διαβάζοντας στην εφημερίδα το σχέδιο της υποχρεωτικής φιλοξενίας. Περίμενε, έχω σημειώσει το παραλήρημα: “Ούτε ο Θεός δεν το θέλει να ’ρθούνε οι βρομοπρόσφυγες με τις παλιοπαπουτσάρες τους να πατούν στο γυαλιστερό παρκέ. Χώρια που μπορεί να μας κολλήσουν και καμιά αρρώστια. Εγώ δεν θα τους αφήσω να μπουν. Πόσα δωμάτια έχουμε; Πέντε. Θα τηλεγραφήσω στην αδελφή μου, που μένει στην Αίγινα, να έρθει. Θα εγκατασταθεί με τα παιδιά της στα τέσσερα δωμάτια”. Μετά από λίγο ήρθε ένας φίλος του. Ξέρεις τι του είπε εξοργισμένος; “Σωστότατος ο νόμος του Δοξιάδη. Οσοι έχουν περισσευούμενα δωμάτια να τα δώσουν στους πρόσφυγες. Ελληνες είναι κι αυτοί. Γιατί να πεθαίνουν στους δρόμους;”».

«Ιγνάσιο, τα ξέρω, όπως ξέρω ότι οι Ελληνες συνάδελφοί μας φροντίζουν να τους εξαγριώνουν. Αυτές τις ιστορίες θέλω να γράψουμε» είπε ο Μαρκ και πέταξε στο τραπέζι ένα πακέτο με αποκόμματα εφημερίδων. «Διάβασε…»

…Αλλ’ εκείνος όστις υπήρξεν καταστροφεύς της προσφυγικής υποθέσεως, ο αληθινός εγκληματίας κατά των προσφύγων, είναι ο κολοκυθένιος νέος υπουργός της Περιθάλψεως, με το νομοθετικόν διάταγμα το οποίον εξήγγειλεν περί αυθαιρέτου εγκαταστάσεως των προσφύγων εντός των οικογενειών αίτινες θα είχον περιττά διαμερίσματα εις τας κατοικίας των. Περιήλθεν εις χείρας μου γραφομηχανισμένη εγκύκλιος με ημερομηνίαν 23 Σεπτεμβρίου εξ ονόματος διαφόρων Συνδέσμων, η απλή ανάγνωσις της οποίας μαρτυρεί την αγρίαν εξέγερσιν χιλιάδων ατόμων κατά των δυστυχών αυτών προσφύγων εξ αιτίας της τοιαύτης μωρίας του υπουργού Περιθάλψεως…

«Αθηναϊκή», 24/9/1922

Τον κύριον πρόσφυγα τον οποίον θα μας φέρη ανάμεσα εις τα μωρά μας και εις την γυναίκα μας ο κ. υπουργός της Περιθάλψεως ή θα τον κλείσωμεν ένα βράδυ έξω της οικίας ή θα του ψήσωμεν το ψάρι εις τα χείλη διά να φύγη μόνος του…

«Πρωτεύουσα», 26/9/1922

Ημέραν με την ημέραν επιφοβώτερος διά την γενικήν υγείαν καθίσταται ο συνωστισμός εις τας Αθήνας και τον Πειραιά. Αι δύο πόλεις όζουν φρικωδώς και οι κίνδυνοι τρομερών επιδημιών γίνονται μεγαλύτεροι…

«Αθηναϊκή», 29/9/1922