«Συμβόλαιο για την αλλαγή». Με αυτόν τον τίτλο δίνεται σήμερα στη δημοσιότητα το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., παράλληλα με την ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του κόμματος, εν όψει της εκλογικής μάχης της 21ης Μαΐου.
Το πρόγραμμα θα παρουσιαστεί αναλυτικά την επόμενη εβδομάδα από τον Αλέξη Τσίπρα και δίνει έμφαση σε όσα έχουν υποτιμηθεί και ακυρωθεί από την παρούσα κυβέρνηση: την ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα σε βασικούς άξονες όπως η Υγεία, η Παιδεία, το Περιβάλλον, ένα ολιστικό σχέδιο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης με ενίσχυση των ευάλωτων και λιγότερο ευάλωτων ομάδων, αλλά και πλειάδα συγκεκριμένων και στοχευμένων παρεμβάσεων σε άλλους βασικούς τομείς, όπως είναι η οικονομία, τα εργασιακά, η κοινωνική πολιτική κ.λπ.
Χθες, ο Αλέξης Τσίπρας, σε μια ακόμη τηλεοπτική συνέντευξή του (στον Antenna και τον Γιώργο Παπαδάκη), επανέλαβε ότι ζητά τη λαϊκή εντολή, προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ να έρθει πρώτο κόμμα από τις πρώτες εκλογές, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο προς μια προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας.
To θέμα των μετεκλογικών συνεργασιών ήταν βασικό αντικείμενο συζήτησης κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, μετά και τις πρόσφατες αρνήσεις, τόσο από το ΚΚΕ όσο και από το ΜέΡΑ25 να συμμετάσχουν σ’ ένα τέτοιο σχήμα. Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε λόγο για κυβέρνηση συνεργασίας «μακράς πνοής» με το ΠΑΣΟΚ, για την οποία αποτελεί προϋπόθεση η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ στην ερώτηση γιατί δεν μπορεί να ισχύσει το ίδιο σενάριο αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δεύτερο κόμμα, απάντησε πως το κόμμα του ζητά «ισχυρή λαϊκή εκλογή. Δεν θα βγαίνουν τα κουκιά, αν είμαστε δεύτεροι. Στην ήττα του ΣΥΡΙΖΑ του 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε 33%. Η Ν.Δ. 39% και το άθροισμα ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ ήταν 40%».
Υπό αυτά τα δεδομένα, επανέλαβε το κάλεσμα για ψήφο ανοχής, επικαλούμενος το γεγονός ότι «το πρώτο με το τρίτο κόμμα θα μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση με τους 151 βουλευτές. Αν δεν υπάρχει αυτός ο αριθμός, θα πρέπει και τα μικρότερα κόμματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους», ισχυρίστηκε, προβάλλοντας ως επιχείρημα την άποψη ότι «η πολιτική έχει και ευθύνη, εκτός αν το ΚΚΕ και ο Βαρουφάκης βγουν και πουν πως, “δεν μας ενδιαφέρει αν ο κ. Μητσοτάκης κυβερνά άλλα τέσσερα χρόνια και να διαλύει τη μεσαία τάξη”». Ηταν ένα ξεκάθαρο μήνυμα του Αλέξη Τσίπρα προς τις ηγεσίες των άλλων δύο κομμάτων που ο ίδιος εντάσσει στο προοδευτικό τόξο και σε αυτούς με τους οποίους προσβλέπει κάποιου είδους συνεργασία.
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ όπως και οι υπόλοιποι αρχηγοί γνωρίζουν καλά πως στις δεύτερες εκλογές τα ποσοστά των μικρότερων κομμάτων θα συμπιεστούν σε μεγάλο βαθμό, ο οποίος εν πολλοίς θα οριστεί από τα αποτελέσματα της κάλπης της 21ης Μάη.
Ο Αλέξης Τσίπρας, εν όψει της σημερινής δημοσιοποίησης του προγράμματος της Κουμουνδούρου, αναφέρθηκε σε ορισμένες πτυχές του.
Περί προγράμματος
Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για «αύξηση μισθών, μείωση τιμών, ρύθμιση χρεών». Οσον αφορά την αύξηση μισθών, εξήγησε πως πρόκειται για «ξεπάγωμα τριετιών, θέσπιση αυτόματης αναπροσαρμογής ανάλογα με την ανάπτυξη. Αύξηση 10% στους μισθούς στο Δημόσιο. Επαναφορά της 13ης σύνταξης. Αποκατάσταση της προσωπικής διαφορά και αυξήσεις στις συντάξεις».
Ανέφερε πως δεν θα καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ, αλλά οι έμμεσοι φόροι. «Θα μειώσουμε τον ΦΠΑ στα προϊόντα διατροφής στο 6% και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στο χαμηλότερο που μας επιτρέπει η Ε.Ε.» και σε ερώτημα για το πού θα βρεθούν τα χρήματα είπε πως «θα βρούμε τα λεφτά από την αισχροκέρδεια, δεν θα ζει ο κόσμος με κουπόνια, θα ζει ο κόσμος με χαμηλότερες τιμές στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα και στο βενζινάδικο».
Σχολιάζοντας το κόμμα Κασιδιάρη, τόνισε πως το να συζητάμε σήμερα για τον καταδικασμένο χρυσαυγίτη είναι ήττα. Και κατηγόρησε ξανά την κυβέρνηση ότι τον άφηνε δύο χρόνια να κάνει πολιτική εκστρατεία μέσα από τις φυλακές και θυμήθηκε να αναλάβει δράση δύο μήνες πριν από τις κάλπες, με γνώμονα το εκλογικό συμφέρον.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη συζήτηση που έχει ανοίξει για το debate μεταξύ του ίδιου και του πρωθυπουργού, εξέφρασε την άποψη ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό οι αρχηγοί των δύο κομμάτων που διεκδικούν την πρωτιά και συγκρίνονται, να κάτσουν σε μία τηλεοπτική συζήτηση. Επ’ αυτού, κατηγόρησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι φοβάται τη σύγκριση και τον διάλογο στη βάση των προγραμμάτων των δύο κομμάτων, ενώ υπενθύμισε πως ο ίδιος, το 2015, είχε δεχθεί να συμμετάσχει σε ντιμπέιτ με τον κ. Μεϊμαράκη, όπως γίνεται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
