Από τη βιβλική ιστορία μαθαίνουμε ότι ο βασιλιάς Σολομών διέταξε να κόψουν στα δύο ένα μωρό για να διευθετηθεί η διένεξη ανάμεσα σε δύο γυναίκες που η κάθε μία ισχυριζόταν πως ήταν η μητέρα του παιδιού. Ενα πονηρό στρατήγημα για να αποκαλυφθεί ποια από τις δύο έλεγε ψέματα, αφού η πραγματική μητέρα δεν θα αποδεχόταν ποτέ μια τόσο δραστική «λύση».
Μια άλλη πανάρχαια μέθοδος για την αποκάλυψη όσων ψεύδονται ήταν να τους υποβάλλουν σε πολύ επώδυνες σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες. Με τη βεβαιότητα ότι ο καλός και δίκαιος Θεός δεν θα επέτρεπε ποτέ να υποφέρουν ή να πεθάνουν όσοι ήταν πραγματικά αθώοι, και άρα είτε θα τους έδινε τη δύναμη να αντέξουν τα απάνθρωπα βασανιστήρια είτε θα επενέβαινε την κατάλληλη στιγμή για τη σωτηρία τους!
Αυτές οι απάνθρωπες ανακριτικές πρακτικές ονομάζονταν, κατά τον Μεσαίωνα, «ορδάλιες» (από τα Λατινικά ordalia): μια σειρά από βασανιστήρια με δοκιμασίες φωτιάς, δηλητηριώδεις ουσίες κ.ά. Πρόκειται για ασύλληπτης βαρβαρότητας πρακτικές που ασκούνταν συστηματικά κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους εν είδει θεοδικίας, και οι οποίες επιβάλλονταν από τη θεοκρατική εξουσία σε όσες ή όσους θεωρούνταν ύποπτοι ότι είχαν υποπέσει στο αμάρτημα του ψεύδους.
Η βασική ιδέα, πίσω από αυτές τις ανακριτικές πρακτικές, ήταν ότι η επινόηση ψεμάτων οφείλεται σε κάποιες βαθύτερες ψυχικές αλλοιώσεις, οι οποίες συνοδεύονται από ορατές σωματικές αλλαγές, γι’ αυτό, από την αρχαιότητα, αναζητήθηκαν και επινοήθηκαν διάφορες βάρβαρες επεμβατικές πρακτικές για την αποκάλυψη και την ομολογία του ψεύτη.
Μόνο κατά τους νεωτερικούς χρόνους το πρόβλημα του ψεύδους στην ατομική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων θα αρχίσει να απομακρύνεται από τις αυθαίρετες νομικές ή θεοκρατικές τιμωρητικές πρακτικές και να αναζητούνται κάποιες πιο ορθολογικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες «διαγνωστικές» πρακτικές. Για παράδειγμα, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, οι φρενολόγοι υποστήριζαν ότι τους αρκούσε να ψηλαφίσουν το ανθρώπινο κρανίο για να αποφασίσουν αν κάποιος ύποπτος ήταν καθ’ έξιν ή κατά περίπτωση ψεύτης. Πρόκειται βέβαια για μία εντελώς αυθαίρετη ψευδοεπιστημονική πρακτική εντοπισμού του ψεύδους πάνω στο κρανίο του ψεύτη, την οποία, ωστόσο, έσπευσαν να υιοθετήσουν τα περισσότερα ευρωπαϊκά δικαστήρια της εποχής.
Και μολονότι αυτές οι φρενολογικές «εξηγήσεις» και πρακτικές διαψεύστηκαν από τις προόδους της νευροφυσιολογίας και της εγκληματολογίας, η βασική φρενολογική ιδέα του εντοπισμού των ιδιαίτερων ψυχονοητικών χαρακτηριστικών στον εγκέφαλο ενός ατόμου επιβίωσε, τον 20ό αιώνα, στις υποτίθεται πιο επιστημονικές μεθόδους ανίχνευσης του ψεύδους μέσω μηχανών.
Ανιχνεύοντας τα ψεύδη στον εγκέφαλο του ψεύτη
Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας μιας μηχανής ανίχνευσης του ψεύδους έγινε στις ΗΠΑ, το 1913, από τον William Moulton Marston. Ομως, τελικά, ο Τζον Λάρσον και ο βοηθός του, Λέοναρντ Κέλερ, κατάφεραν να φτιάξουν, το 1921, τον πρώτο λειτουργικό «πολύγραφο», την πολυδιαφημισμένη από τα ΜΜΕ «μηχανή της αλήθειας». Η λειτουργία του βασίζεται στην τεχνολογική σύμπραξη τριών διαφορετικών ανιχνευτικών συσκευών, καθεμία από τις οποίες μετρά και καταγράφει μία βασική φυσιολογική λειτουργία του ανθρώπινου σώματος: την αρτηριακή πίεση, την αναπνοή, την γαλβανική αντίδραση του δέρματος. Πράγματι, καταγράφοντας λεπτομερώς τις αυξομειώσεις αυτών των λειτουργιών, ο πολύγραφος επιτρέπει στους ανακριτές να εντοπίζουν τις άμεσες σωματικές αντιδράσεις του ανακρινόμενου όποτε ταράζεται ή αγχώνεται από κάποιες επίμονες ερωτήσεις που του υποβάλλουν.
Από το 1921 μέχρι σήμερα, η κατασκευή αξιόπιστων ανακριτικών τεχνικών ή «μηχανών» ανίχνευσης του ψεύδους αποτελεί ένα είδος «ιερού τεχνολογικού Γκράαλ» για τη διαχρονική προσπάθεια των σύγχρονων κοινωνιών να διαχειριστούν το ψεύδος και την ανθρώπινη εξαπάτηση.
Αυτό επιτυγχάνεται προσαρτώντας τρεις διαφορετικές συσκευές-ανιχνευτές πάνω στο σώμα του ατόμου που υποβάλλεται στο τεστ: έναν πνευμονογράφο για την καταγραφή κάθε αλλαγής στην αναπνοή, ο οποίος αποτελείται από δύο ελαστικές δεσμίδες με πνευμονογραφικούς αισθητήρες, η μία γύρω από το στέρνο και η δεύτερη γύρω από την κοιλιά του ατόμου. Ενα περιβραχιόνιο με καρδιοσφυγμογράφο, που καταγράφει τις μεταβολές της καρδιακής συχνότητας και της πίεσης του αίματος. Και δύο μικρές μεταλλικές πλάκες γύρω από το μεσαίο δάχτυλο και τον δείκτη του χεριού, που ανιχνεύουν τις γαλβανικές αντιδράσεις της επιδερμίδας κατά τη διάρκεια του τεστ.
Η πολύ μεγάλη δημοσιότητα που γνώρισε αυτή η περίφημη «μηχανή της αλήθειας», όπως εσφαλμένα ονομάστηκε από τα διεθνή ΜΜΕ, καθόλου δεν συνάδει με την αποτελεσματικότητά της αλλά ούτε με τη φήμη της. Δεδομένου ότι κατ’ επανάληψη οι έμπειροι ψεύτες κατάφεραν να την παραπλανήσουν. Και αυτό συμβαίνει επειδή οι φυσιολογικές παράμετροι που καταγράφει εξαρτώνται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, η ενεργοποίηση του οποίου σχετίζεται ελάχιστα ή και καθόλου με τη συνειδητή επιλογή του ανακρινόμενου να ψεύδεται.
Η επόμενη υποψήφια ανιχνευτική μηχανή ψεύδους ήταν ο ηλεκτροεγκεφαλογράφος: τοποθετώντας πολλά ηλεκτρόδια στην επιφάνεια του κρανίου και του προσώπου ενός ατόμου που υποβάλλεται σε τεστ αλήθειας, οι ειδικοί ανακριτές μπορούν, μέσω των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων, να καταγράφουν και κατόπιν –μέσω του κατάλληλου υπολογιστικού προγράμματος– να αναλύουν κάθε μεταβολή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφαλικού φλοιού.
Ετσι, κατά τη διάρκεια του τεστ, τα διάφορα οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα που παρουσίαζαν οι ανακριτές (π.χ. φωτογραφίες, λέξεις-κλειδιά ή ύποπτα αντικείμενα) προκαλούσαν στους ανακρινόμενους διαφορετικά πρότυπα ενεργοποίησης των φλοιικών δομών του εγκεφάλου, η δραστηριότητα των οποίων καταγραφόταν και εντοπιζόταν επακριβώς από το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα.
Είναι, άραγε, φερέγγυα η προσφυγή σε αυτή την τεχνική, όχι για διαγνωστικούς ή βιοϊατρικούς λόγους αλλά για ανακριτικούς ή δικαστικούς; Δυστυχώς όχι! Γιατί, όπως διαπίστωσαν, πολύ συχνά οι ηλεκτροεγκεφαλογράφοι ενεργοποιούνται ακόμη κι όταν ο ανακρινόμενος λέει την αλήθεια, και άρα κάθε έμπειρος ψεύτης μπορεί εύκολα να τους ξεγελά. Μία βελτιωμένη εκδοχή αυτής της τεχνικής παρουσίασαν, πριν από δύο χρόνια, οι Yael Hanein και Dino Levy, καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ. Αυτοί κατάφεραν να δημιουργήσουν μια μηχανή ικανή να εντοπίζει τις ελάχιστες ακούσιες κινήσεις των μυών στα φρύδια και στα χείλη, που προδίδουν αυτούς που προσπαθούν να κρύψουν τα ψέματά τους.
Τα τελευταία χρόνια, πάντως, οι έρευνες για τη δημιουργία μιας πιο αξιόπιστης μηχανής ανίχνευσης του ψεύδους επικεντρώνονται στις πρωτοφανείς διεισδυτικές ικανότητες των τεχνικών της λειτουργικής Μαγνητικής Τομογραφίας (fMRI) και της Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων (PET). Καταφεύγοντας σε αυτές τις νευροαπεικονιστικές μεθόδους, οι νευροεπιστήμονες μπορούν να «βλέπουν» τις πιο μύχιες εγκεφαλικές και νοητικές δραστηριότητες ενός ατόμου. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ισχυρίζονται ότι κατάφεραν να διακρίνουν τις εγκεφαλικές δομές που ενεργοποιούνται όταν ένα άτομο ψεύδεται από τις εγκεφαλικές δομές που ενεργοποιούνται όταν λέει την αλήθεια!
Πώς το πετυχαίνουν; Υποβάλλοντας τους εθελοντές σε μια σειρά από τεστ αλήθειας, ενώ συγχρόνως καταγράφουν μέσω ενός τομογράφου λεπτομερώς όλες τις εγκεφαλικές τους δραστηριότητες. Ενώ οι εθελοντές βρίσκονται μέσα σε έναν ενεργό σαρωτή (scanner), οι ειδικοί τούς ζητάνε να πουν συνειδητά ψέματα όποτε τους ρωτάνε σχετικά με δύο προεπιλεγμένα αντικείμενα (π.χ. δύο διαφορετικά τραπουλόχαρτα).
Ετσι, όταν οι εθελοντές έλεγαν σκοπίμως ψέματα, η ενεργοποίηση των εγκεφαλικών περιοχών που κατέγραφε ο μαγνητικός τομογράφος συσχετιζόταν με τις προεπιλεγμένες ψευδείς απαντήσεις τους. Με αυτόν τον τρόπο, διαπίστωσαν οι νευροεπιστήμονες ότι όταν κάποιος λέει εσκεμμένα ψέματα, τότε ενεργοποιούνται εντονότερα μόνο ορισμένες μικροδομές στον προμετωπιαίο φλοιό του εγκεφάλου του! Τι ακριβώς σημαίνει αυτό για την έρευνα των εγκεφαλικών προϋποθέσεων του ψεύδεσθαι και πώς τα νέα νευροεπιστημονικά δεδομένα «μεταφράζονται» σε μηχανές ανίχνευσης όσων ψεύδονται;
Η βιοπολιτική διαχείριση των μηχανών του ψεύδους

Σύμφωνα με την επίσημα αποδεκτή και επικρατέστερη ερμηνεία, το να λέει κανείς την αλήθεια είναι μια πιο αυθόρμητη και λιγότερο δαπανηρή ενεργειακά εγκεφαλική δραστηριότητα, λόγω του χαμηλού «γνωστικού φορτίου» της ειλικρίνειας. Αντίθετα, το να λέει κανείς ψέματα είναι μια πολύ πιο ενεργοβόρα εγκεφαλικά, πιο απαιτητική μνημονικά και πιο πολύπλοκη νοητικά δραστηριότητα, η οποία προϋποθέτει την ενεργοποίηση επιπρόσθετων δομών του προμετωπιαίου φλοιού. Και όπως όλα δείχνουν, στον προμετωπιαίο φλοιό θα πρέπει να αναζητηθούν τα νευρωνικά κυκλώματα και οι εγκεφαλικές προϋποθέσεις της συνειδητής επεξεργασίας και της σκόπιμης παραγωγής ψεμάτων.
Οπως ορθά είχε διαβλέψει ο Λάρι Φάργουελ, κορυφαίος νευροεπιστήμονας που επινόησε τη νέα τεχνική BF του «ψηφιακού αποτυπώματος του εγκεφάλου» (αγγλιστί, brain fingerprint), «όλες οι μηχανές της αλήθειας, όποια τεχνική κι αν χρησιμοποιούν, βασίζονται σε μία και μόνο αρχή: ότι η αλήθεια σχετικά με ένα ορισμένο συμβάν διατηρείται στον νου ενός ανθρώπου, είτε είναι μάρτυρας είτε κατηγορούμενος, άρα είναι εφικτό, με κάποιο τρόπο, είτε να εξαγάγουμε αυτήν την πληροφορία είτε να αξιολογήσουμε την κατάστασή της στο εσωτερικό του εγκεφάλου όσων ψεύδονται όταν ανακρίνονται».
Το μέχρι χθες άπιαστο όνειρο της ανθρωπότητας, αλλά και κάθε εξουσίας, το να καταφέρει δηλαδή να «διαβάζει» μέσω μηχανών τα εγκεφαλικά «αποτυπώματα» του ψεύδους και της αλήθειας, δηλαδή τις πιο απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων, φαίνεται πως έχει ήδη αρχίσει να πραγματοποιείται στις μέρες μας, χάρη στις εντυπωσιακές προόδους των νέων τεχνικών απεικόνισης των εγκεφαλικών δομών και λειτουργιών.
Το βέβαιο είναι ότι τα επόμενα χρόνια αυτές οι νευροτεχνολογικές εξελίξεις, οι οποίες ήδη παραβιάζουν κάθε γνωστή έννοια ελεύθερης βούλησης, αυτοδιάθεσης και αυτονομίας των ανθρώπων, θα επηρεάσουν δραματικά όχι μόνο τις κυρίαρχες νομικές, βιοϊατρικές πρακτικές, αλλά θα οδηγήσουν και σε ριζικές εργασιακές και πολιτικές αλλαγές. Για αυτά τα οργουελιανά –αλλά κάθε άλλο παρά φανταστικά– σενάρια μιας πανίσχυρης μετανεωτερικής Βιοεξουσίας, που θα ασκείται πλανητικά χάρη στις πρωτοφανείς δυνατότητες βιοτεχνολογικού σχεδιασμού και νευροτεχνολογικού ελέγχου της ιδιωτικής και της συλλογικής ζωής των ανθρώπων, θα πούμε περισσότερα μετά τις γιορτές του Πάσχα.
