Πώς θα επηρεαστούν από την πολύ πιθανή πλέον νίκη του Ερντογάν, στον δεύτερο γύρο των εκλογών, οι περιφερειακές και διεθνείς ισορροπίες της Τουρκίας;
Πριν από τον πρώτο γύρο, τα μηνύματα Ερντογάν ήταν αμφίσημα, καθώς από τη μια μεριά συντηρούσε συνολικές προσδοκίες άμβλυνσης των αντιπαραθέσεων προς την κατεύθυνση «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» και από την άλλη συντηρούσε την αντιδυτική και κυρίως αντιαμερικανική ρητορική.
Λίγο πριν από τον πρώτο γύρο, ο Κιλιτσντάρογλου είχε δεσμευθεί για επιστροφή της Τουρκίας στην ατλαντική κανονικότητα, χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες.
Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγκρουση στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, προκύπτει μια συγκυρία που υπαγορεύει προσαρμογή αλλά σε καμιά περίπτωση ανατροπή στην τουρκική εξωτερική πολιτική.
Οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία επιδέχονται βελτίωση, αλλά είναι οριοθετημένες από τον Αύγουστο του 1990.
Τότε, εν όψει της καταιγίδας της Ερήμου, οι ΗΠΑ επένδυσαν στη χειραφέτηση των Κούρδων στο Βόρειο Ιράκ, μια πολιτική που επανέλαβαν στη Βορειοανατολική Συρία μετά το 2012, αυτή τη φορά με τη στήριξη του συριακού παρακλαδιού του ΡΚΚ.
Σήμερα, η Αγκυρα, με μεσολάβηση της Ρωσίας και του Ιράν, προσπαθεί να αποσπάσει από τη Δαμασκό εγγυήσεις ότι οι Κούρδοι της Συρίας δεν θα απειλήσουν την ασφάλειά της.
Οι ΗΠΑ, οι οποίες δεν έδωσαν στην Τουρκία τις εγγυήσεις αυτές, προωθούν την ενεργειακή συνεκμετάλλευση της Ανατολικής Μεσογείου ως το πλαίσιο εντός του οποίου θα μπορούσαν να επιλυθούν οι διενέξεις της Τουρκίας με τις χώρες της περιοχής.
Η λύση αυτή δεν ισορροπεί σε καμιά περίπτωση τη στήριξη των Κούρδων από τις ΗΠΑ και προϋποθέτει μια σειρά από προαπαιτούμενα, όπως η επίλυση του Κυπριακού και του Παλαιστινιακού.
Με δυο λόγια και με δεδομένο ότι η αποσταθεροποίηση της τουρκικής οικονομίας δεν είναι μοχλός πίεσης στα χέρια των ΗΠΑ και της Δύσης αλλά μια ακόμη δυνητική μεταβλητή, που μπορεί να προκαλέσει ένα ανεξέλεγκτο περιφερειακό και παγκόσμιο ντόμινο αποσταθεροποίησης, η Τουρκία δεν έχει κανέναν λόγο να επιστρέψει σε μια κανονικότητα ατλαντικής ορθότητας, με αντάλλαγμα τη στήριξη της λίρας.
Την ώρα, άλλωστε, που η Σαουδική Αραβία εγκαταλείπει μια αποκλειστική στρατηγική σχέση οκτώ δεκαετιών με τις ΗΠΑ και προσεγγίζει την Κίνα και τη Ρωσία, θα ήταν παράδοξο να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση ο πρώτος διδάξας της χειραφέτησης, δηλαδή η Τουρκία του Ερντογάν.
