Οδεύοντας προς τις εκλογές, καλό είναι να υπενθυμίσουμε κάποια πράγματα αυτονόητα αλλά και τόσο δυσεύρετα: τη συναίνεση και τη σύγκρουση. Φαινομενικά αυτές οι έννοιες είναι ασύμβατες, αλλά και τόσο απαραίτητες, όταν λειτουργούν η κάθε μια ξεχωριστά και συμπληρωματικά.
Συνήθως τα κόμματα αποδύονται σ’ έναν αγώνα παροχών, προσδοκιών κι ελπίδων. Συντηρούν ένα κλίμα σχεδόν πολεμικό με διαχωριστικές γραμμές μεταξύ τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την ιδιοπροσωπία τους. Η διάρκεια αυτών των δύο συνθηκών του πολιτικού παιχνιδιού είναι μικρή. Η πρώτη εγκαταλείπεται λίγο μετά τις εκλογές, ενώ η δεύτερη λίγο πριν, για ευνόητους λόγους.
Η λέξη συναίνεση εξαφανίζεται από το λεξιλόγιό τους, σχεδόν θεωρείται επικίνδυνη ως μολυσματική ασθένεια. Την εξισώνουν με τον ενδοτισμό ή, στη χειρότερη περίπτωση, με την προδοσία. Γκρεμίζουν γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ τους, δημιουργώντας ατμόσφαιρα ασφυξίας στο πολιτικό σύστημα.
Προβάλλονται αξεπέραστες ιδεολογικές διαφορές, οι οποίες είναι έτοιμες να λειανθούν, αν προκύψει ανάγκη συγκυβέρνησης. Αν και είναι ενδεχόμενη, προτιμούν να συρθούν από την ανάγκη, την οποία βαφτίζουν φιλοτιμία – κακά μαθήματα πολιτικής συμπεριφοράς προς τους πολίτες. Επικαλούνται το πολιτικό κόστος, το οποίο τελικά θα πληρώσουν αργά ή γρήγορα.
Η ιστορία το επιβεβαιώνει πολλές φορές.
Αυτά όμως, στενόκαρδα και κοντόφθαλμα ακολουθούν την ίδια αδιέξοδη πρακτική.
Ας δούμε, αναλυτικότερα, τις δύο παραπάνω έννοιες μέσα στο πολιτικό σύστημα.
Συναίνεση μπορεί να υπάρξει σε θέματα μείζονος σημασίας. Τέτοια είναι όσα θα μπορούσαν να ρυθμιστούν με όποιο κόμμα κι αν ήταν στην εξουσία. Προς τι λοιπόν ο δισταγμός για συναίνεση. Η σύμπτωση απόψεων σ’ ένα θέμα δεν προδικάζει και τη γενικότερη ταύτιση.
Μια τέτοια πολιτική στάση δημιουργεί συνθήκες ομαλότητας, κατευνάζει τα πάθη και επιβάλλει πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των διαφόρων πλευρών. Ενα αρραγές εσωτερικό μέτωπο είναι η καλύτερη ασπίδα προστασίας έναντι οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής.
Η καλοπροαίρετη στάση θα εκτιμηθεί από όλους και θα δικαιωθεί στο παρόν αλλά και στο μέλλον. Κάποιοι θα πουν ότι αυτά είναι ηθικιστικά προτάγματα που δεν έχουν θέση στην πολιτική. Σ’ έναν χώρο όπου επικρατεί η καχυποψία, το κομματικό συμφέρον, ο υπολογισμός, η επανεκλογή και τα παρόμοια. Τους απαντώ. Την πολιτική τη θέλετε χωρίς ηθική;
Κακά τα ψέματα. Η συναίνεση δεν έρχεται όποτε την επικαλεστούμε. Είναι θέμα πολιτικής παιδείας και πρακτικής που ασκείται πολλά χρόνια και γίνεται κτήμα όλων των πολιτών. Καλλιεργείται στο σχολείο αλλά και στην οικογένεια. Ο σεβασμός του ενός προς τον άλλον, η διάθεση για συνεργασία την οικοδομούν σιγά σιγά. Γίνεται αποδεκτή από όλους και καθιερώνεται όχι μόνο στις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά και στην πολιτική πρακτική. Το βλέπουμε να συμβαίνει σε πολλά κράτη, όπου το θεωρούν δεδομένο για την εύρυθμη λειτουργία τους.
Στη χώρα μας είμαστε συνηθισμένοι σε άγονες αντιπαραθέσεις, σε εξυπναδίστικα συνθήματα. Λείπουν τα επιχειρήματα που διευκρινίζουν τις προθέσεις και πείθουν. Αντ’ αυτού, έχουμε εξαγγελίες αόριστες που χαїδεύουν τ’ αυτιά του ακροατηρίου προκειμένου να αποσπάσουν την ψήφο τους. Θέλουν τους ψηφοφόρους πελάτες και όχι πολίτες.
Και τη συναίνεση δεν την ταλαιπωρούν μόνο τα γνωστά μας κόμματα αλλά και εκείνα των οποίων η εκλογική δύναμη βρίσκεται γύρω στη μονάδα.
Θέματα όπως ένα καλύτερο σχολείο, ένα καλύτερο ΕΣΥ και άλλα θα μπορούσαν να είναι αντικείμενα συναινετικής αντιμετώπισης. Απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για τη χώρα, που δεν μπορούν να εφαρμοστούν μονοκομματικά, θα καθιερώνονταν με τη συναίνεση και θα εξασφάλιζαν την αποδοχή του λαού. Η συναίνεση και η συνεργασία είναι δείγματα πολιτικού πολιτισμού και βαθιάς δημοκρατίας.
Αλλά και η σύγκρουση είναι δείγμα πολιτικού πολιτισμού και δημοκρατίας. Σύγκρουση με το παρωχημένο, το ξεπερασμένο από τον χρόνο και την εξέλιξη σε όλους τους τομείς. Ποιος δεν θα αντιτασσόταν σε διατάξεις που έχουν παλαιωθεί, σε πρακτικές που έχουν απορριφθεί, σε λύσεις προβλημάτων που έχουν αντικατασταθεί από άλλες νεότερες και αποδοτικότερες;
Ψεύτικα διλήμματα και πολώσεις, ιδεοληψίες και κομματικές αγκυλώσεις περιχαρακώνουν τη χώρα και δεν την αφήνουν να αναπνεύσει τον αέρα της ανανέωσης. Θεσμοί ταριχευμένοι, φθαρμένοι και ανυπόληπτοι κρατούν δέσμια τη χώρα σε ένα σημειωτόν που με την πάροδο του χρόνου ισοδυναμεί με οπισθοδρόμηση.
Η χώρα μας, κλεισμένη μέσα στα τείχη της πνευματικής συντήρησης και δυσκαμψίας, δεν μπορεί να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στα προοδευμένα κράτη.
Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, σύγκρουση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Σύγκρουση με την αυταρέσκεια, τον ατομικό μεγαλοϊδεατισμό, το μονοπώλιο της αλήθειας μας, τις αμετακίνητες βεβαιότητές μας.
Δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου.
Ετσι κι αλλιώς λειτουργεί και χωρίς εμάς.
Δεν μπορεί να είμαστε έγκλειστοι στην ίδια μας τη χώρα. Πρέπει να βγούμε έξω από τα σύνορά μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο ιδιότυπος επαρχιωτισμός ναρκοθετεί το μέλλον μας.
Αρετή και τόλμη, λοιπόν, σχεδιασμός και εντιμότητα. Και όλα θα πάνε καλά.
*Φιλόλογος – συγγραφέας
