Οπως ήταν φυσικό, οργιάζουν σχόλια και αναλύσεις γύρω από το Βατερλό του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
Σε όλους αυτούς τους απολογισμούς, πρόχειρους ή πιο σοβαρούς, αποσιωπάται ωστόσο το γεγονός ότι αμέσως μετά την ήττα του 2019 η οργανωτική, πολιτική και προγραμματική εξέλιξη του κόμματος προς ένα θολό «συμπεριληπτικό» κεντροαριστερό-κεντροδεξιό και προσωποπαγές πολιτικό μόρφωμα είχε γίνει ήδη αντικείμενο πολυδιάστατης αυστηρής κριτικής από μελετητές της πολιτικής συγκυρίας αλλά και από αγωνιστές της ριζοσπαστικής Αριστεράς, είτε κομματικά ανένταχτους είτε στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ, είτε από μέλη της βάσης του.
Η δημόσια αυτή κριτική, όλο και πιο έντονη, αποτυπώθηκε σε εκατοντάδες άρθρα σε ιστοσελίδες, περιοδικά, social media και εφημερίδες – προς τιμήν της, η «Εφ.Συν.» έδωσε χώρο γι’ αυτόν τον πλούσιο κριτικό διάλογο. Ο κώδων του κινδύνου είχε κρουσθεί προ πολλού. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. σφράγιζε ερμητικά αυτιά και μάτια. Δεν πρόκειται εδώ για τη δικαίωση «μετά Χριστόν προφητών», αλλά για την επίγνωση του πώς φτάσαμε ώς εδώ – αυτό εξηγεί και τη δικαιολογημένη τάση κάποιων να αναδημοσιεύουν παλαιότερα άρθρα τους όπου με διαύγεια τόνιζαν αυτή την καταστροφική μετάλλαξη.
Οι περισσότεροι απολογισμοί της ώρας επικεντρώνονται στις «αστοχίες» και στα «λάθη» της προεκλογικής εκστρατείας ξεχνώντας, εσκεμμένα από πολλούς, ό,τι είχε προηγηθεί. Παραλογισμοί της τελευταίας στιγμής, συνθήματα αμφιβόλου ποιότητος και αισθητικής προ των εκλογών δεν ήταν παρά το κεράσι πάνω στην τούρτα μιας προαναγγελθείσας ήττας.
Ο κύβος ερρίφθη. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. αυτοακυρώθηκε. Η συντριπτική ήττα δείχνει ξεκάθαρα την έξοδο στον πρόεδρο και στο άμεσο επιτελείο του. Είναι στα όρια του ανεκτού να βλέπεις τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να επικαλείται τον κίνδυνο (που δεν αμφισβητώ) ενός Μητσοτάκη ως κυρίαρχου Ηγεμόνα τη στιγμή που ο ίδιος θεσμοποίησε εαυτόν ως Ηγεμόνα του κόμματός του, με τη θερμή υποστήριξη των μεν και τη σιγή των πολλών. Τις «Γέφυρες» των «εκσυγχρονιστών» της «Προοδευτικής Συμμαχίας», τις παρέσυρε ο χείμαρρος και τις «Ομπρέλες» των «53+» τις πήρε ο βοριάς. Ο βασιλιάς είναι γυμνός.
Οσον αφορά τα think tanks πανεπιστημιακών, καθηγητών και ερευνητών που πλαισίωσαν ως άτυποι ή τυπικοί σύμβουλοι τον πρόεδρο και άλλα στελέχη, ας ελπίσουμε ότι θα αναλογιστούν το τι συνέβη και θα αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί. Βέβαια, θα επιστρέψουν στο διδακτικό και ερευνητικό τους έργο. Αυτά ως προς την ηγεσία. Οσο για τα πειθήνια στελέχη και μέλη, αναμασούν την εντολή της στιγμής: «Κάναμε λάθη αλλά φταίνε και οι άλλοι, του δημοκρατικού τόξου, δεν είναι ώρα για συζητήσεις και κριτικές, προέχει η μέγιστη συσπείρωση των δυνάμεών μας για να μειώσουμε τις απώλειες και για να αναδείξουμε ότι υπάρχει ακόμα μια μαχόμενη Αριστερά». Αισιοδοξία της βούλησης ή απαισιοδοξία της λογικής;
Οσον αφορά τις προτεινόμενες ερμηνείες της συντριπτικής αυτής ήττας (και τις αντιδράσεις προς αυτήν), αφήνω στη μοίρα τους αυτές που επικαλούνται ερμηνευτικά σχήματα προχείρως δανειζόμενα από την ψυχολογία και την ψυχανάλυση (διαχείριση του πένθους, τραυματικό σοκ, μετατραυματικό στρες σύνδρομο Στοκχόλμης κ.ά. του είδους). Αφήνω επίσης στο περιθώριο το επιχείρημα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είχε, ιδιαίτερα κατά την προεκλογική εκστρατεία, ένα «λάθος αφήγημα». Το λάθος ήταν ακριβώς το να προτάσσει «αφήγημα» και όχι καθαρή πολιτική.
Θα περιοριστώ στις ερμηνείες που εμφανίζονται εκ πρώτης όψεως ως πιο ουσιαστικές. Συνοπτικά: συντηρητικοποίηση της κοινωνίας στην Ελλάδα (αλλά και γενικότερα), διάχυτη αδιαφορία των μαζών, φοβίες για το αύριο και επικράτηση του ατομικισμού.
Αν κάτι τέτοιο ισχύει, προϋποθέτει κατά βάση την πρόσληψη της κοινωνίας ως μιας παθητικής μάζας, που προσαρμόζεται και αποδέχεται συμπεριφορές και μορφές ύπαρξης που της επιβάλλει το εκάστοτε κυρίαρχο οικονομικό, κοινωνικό και ιδεολογικό μοντέλο. Μια τέτοια προϋπόθεση δεν ευσταθεί, ούτε επαληθεύεται διαχρονικά. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ευθέως ή εμμέσως, μια τέτοια τοποθέτηση αποδίδει τις ευθύνες στις κατακερματισμένες μάζες παρακάμπτοντας ουσιαστικά το θέμα των αιτιών και των ευθυνών που οδήγησαν σε αυτή την τόσο απαξιωτική εικόνα της κοινωνίας.
Βέβαια, όλοι αποδίδουν τις αιτίες και τις ευθύνες αυτής της χειραγώγησης των μαζών στην υπεροπλία του νεοφιλελευθερισμού ως εκδοχή του ύστερου καπιταλισμού, υπεροπλία σε όλα τα επίπεδα, οικονομική, πολιτική, επικοινωνιακή και κυρίως ιδεολογική: κατόρθωσε να επιβάλει στην κοινή συνείδηση την αποδοχή του δόγματός του, ήτοι την παραδοχή ότι η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο άτομα με ίσες ευκαιρίες, κάποιοι τις εκμεταλλεύονται επιτυχώς και άλλοι όχι, το γνωστό «δεν υπάρχει εναλλακτική».
Το κυριότερο όμως είναι ότι κατόρθωσε, ως απόρροια των παραπάνω, να εμφυτεύσει στην κοινή συνείδηση την πεποίθηση ότι η επιβίωση των πολλών απέναντι στις προκλήσεις της ζωής και της Ιστορίας απαιτεί πάνω απ’ όλα ανθεκτικότητα και χαμηλές προσδοκίες.
Αναμφίβολα, η υπεροπλία του νεοφιλελευθερισμού έπαιξε μείζονα ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του σκηνικού. Αλλά οι αιτίες και οι ευθύνες είναι πάντα πολύπλευρες. Δεν είναι ελάσσονος σημασίας οι ευθύνες των κομμάτων της Αριστεράς, ιδιαίτερα δε της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, που υιοθέτησαν στο ακέραιο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως σήμερα, το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.
Ως προς αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. υπερέβη εαυτόν: πρόβαλε, άκουσον άκουσον, το τραγελαφικό επιχείρημα μιας δήθεν εν δυνάμει «αναγέννησης» του σοσιαλδημοκρατικού εγχειρήματος στην Ευρώπη (!), μιας «αριστερής» διαχείρισης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (!) και άλλα του ίδιου βεληνεκούς, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη εν μέσω πολέμου επιστρέφει στη λιτότητα. Αλλά ουδείς λόγος επ’ αυτού.
Ας θυμηθούμε τους διανοούμενους γεφυροποιούς του ΣΥΡΙΖΑ που εν μέσω μνημονίων εκθείαζαν την αρετή της «ανθεκτικότητας» και των «χαμηλών προσδοκιών» ως μέσο αντιμετώπισης των προκλήσεων της «Νέας Εποχής»! Καλό θα ήταν να αναδημοσιευθούν αυτά τα άρθρα και οι κριτικές τους για να κοιταχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στον καθρέφτη του. Αυτά προς το παρόν…
* Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Βρυξέλλες
