Το ότι η Ιταλία άλλαξε πολλές συνήθειες και αρκετούς κανόνες το είχαμε καταλάβει. Μετά τη νίκη της υπερσυντηρητικής συμμαχίας στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου σχεδόν όλα είναι πιθανά. Το διαπιστώσαμε για ακόμη μία φορά και ανήμερα την Πρωτομαγιά, όταν η Τζόρτζια Μελόνι αποφάσισε να συγκαλέσει υπουργικό συμβούλιο για τη μείωση της φορολόγησης των εργαζομένων κατά τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Παράλληλα ενέκρινε τον αυστηρό περιορισμό του «κοινωνικού εισοδήματος» για άνεργους και χαμηλοεισοδηματίες, το οποίο είχε υιοθετηθεί πριν από τρία χρόνια.
Η λογική της σημερινής κυβέρνησης είναι ότι «όποιος μπορεί να δουλέψει δεν πρέπει να κάθεται στον καναπέ και να θρέφεται από το Δημόσιο». Κατά συνέπεια στο εξής το νέο κοινωνικό βοήθημα θα ονομάζεται «εισόδημα ένταξης» και δεν θα ξεπερνά τις έξι χιλιάδες ευρώ τον χρόνο. Αυτό που εντυπωσίασε περισσότερο όμως είναι η επικοινωνιακή στρατηγική που επέλεξε η Ιταλίδα πρωθυπουργός. Ενώ η ίδια είχε ανακοινώσει ότι μετά το υπουργικό συμβούλιο θα εξηγούσε όλες τις σχετικές λεπτομέρειες με συνέντευξη Τύπου, τελικά επέλεξε να απευθυνθεί εντελώς μόνη της στους πολίτες.
Σε ένα βίντεο διάρκειας σχεδόν τεσσάρων λεπτών, περπατώντας στις μεγαλοπρεπείς αίθουσες του κυβερνητικού μεγάρου Παλάτσο Κίτζι, η Μελόνι εξήγησε στους Iταλούς ότι «η κυβέρνησή της ενέκρινε τη μεγαλύτερη μείωση των φόρων που έγινε ποτέ στη χώρα» και ότι «τη μέρα ακριβώς που γιορτάζουν οι εργαζόμενοι η κυβέρνηση αποφάσισε να δουλέψει και να προσφέρει ουσιαστικές απαντήσεις σε όσους θέλουν, δικαίως, να αλλάξουν την κοινωνική τους κατάσταση».
Υπάρχει βεβαίως και μια άλλη λεπτομέρεια: στο τέλος του «βίντεο μηνύματος» η πρωθυπουργός μπαίνει στην αίθουσα όπου την περιμένουν όλα τα μέλη της κυβέρνησης για το υπουργικό συμβούλιο, κοιτάζει την κάμερα, χτυπά το καμπανάκι που συμβολίζει την έναρξη της συνεδρίασης και εύχεται «καλή Πρωτομαγιά». Πολλοί σχολιαστές έγραψαν ότι «οι υπουργοί βρέθηκαν σε ρόλο κομπάρσου με μοναδική “σούπερ πρωταγωνίστρια” την Τζόρτζια Μελόνι».
Με τον συγκεκριμένο τρόπο προφανώς θέλησε να απαντήσει στις κριτικές όσων (όπως του γραμματέα του κεντροαριστερού συνδικάτου Cgil, Μαουρίτσιο Λαντίνι) την κατηγόρησαν για λάθος επιλογή και υπογράμμισαν ότι το υπουργικό συμβούλιο θα μπορούσε να συνέλθει μια άλλη μέρα και όχι αυτή του εορτασμού της εργατικής Πρωτομαγιάς. «Τότε γιατί οι μεγαλύτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις καλούν τους πολίτες στην παραδοσιακή συναυλία της Ρώμης ακριβώς την Πρωτομαγιά και ζητούν από τεχνικούς, σκηνοθέτες και τραγουδιστές να δουλέψουν;» απάντησε η απευθείας ενδιαφερόμενη.
Πέρα απ’ όλα αυτά όμως, υπάρχει και ένα θέμα ύφους, «πολιτικού στιλ» θα λέγαμε. Παρά τις αγκυλώσεις του ο Μάριο Ντράγκι συνήθιζε να εξηγεί τα διάφορα μέτρα της κυβέρνησής του σε αναλυτικές συνεντεύξεις Τύπου. Η Μελόνι, μετά τις πρώτες συναντήσεις με τους δημοσιογράφους, υπογράμμισε ότι «της φέρονται μεροληπτικά» και προτίμησε τελικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τηλεόραση για να στέλνει τα δικά της μηνύματα, επικεντρωνόμενη εκεί που η ίδια επιθυμεί χωρίς καμία δυνατότητα ερωτήσεων.
Δεν πρόκειται βέβαια για τη μόνη τέτοια περίπτωση στην Ευρώπη. Υπάρχουν παραδείγματα σε όλες τις χώρες και σε κάθε παράταξη. Κρίμα. Διότι ο διάλογος, όση ένταση και αν προκύψει, παραμένει ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία. Ακόμη και στην εποχή μας, της απόλυτης διαδικτυακής υπεροχής.
