Τις τελευταίες μέρες, μετά την προκήρυξη των εκλογών, το μυαλό μου περιστρέφεται συνεχώς γύρω γύρω από τις ίδιες ερωτήσεις: Πώς έρχεται το καινούργιο; Πώς φτιάχνεται; Είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό; Και πώς ξεχωρίζουμε τι είναι καινούργιο και τι παλιό; Αποτελούν συνέχεια το ένα του άλλου ή υπάρχει ξεκάθαρη τομή μεταξύ τους;
Αλλοι λένε πως καινούργιο είναι ό,τι φτιάχνεται με παλιά υλικά, διατεταγμένα, απλά, με τρόπο διαφορετικό. Αλλοι, πως το νέο δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν πεθάνει πρώτα το παλιό. Ομως, έστω ότι μία από τις δύο οπτικές είναι η σωστή, τότε τι είναι νέο και τι όχι; Ποιος είναι ο ενδεδειγμένος χρόνος «ψησίματος» και από πόσους βαθμούς και πάνω το καινούργιο γίνεται κάρβουνο και μετατρέπεται σε παλιό;
Φιλοσοφικές ερωτήσεις, θα πει κανείς, και με φιλοσοφίες, ως γνωστόν, κουλουράκια δεν φτιάχνεις, μιας και μιλήσαμε για ψησίματα. Ομως, είναι και αυτό ένα από τα διλήμματα και μία από τις επιλογές που έχουμε να κάνουμε για τις ζωές μας τις μέρες που ακολουθούν.
Τις προάλλες έκανα σε έναν γνωστό μου αυτές τις ερωτήσεις και μου απάντησε: «Εντάξει, η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Οπως σε όλα, η αλήθεια και οι επιλογές πρέπει να είναι κάπου στη μέση». Ούτε πολύ κρύο λοιπόν, ούτε πολλή ζέστη, ούτε πολύ δεξιά, ούτε πολύ αριστερά, και με τους μεν και με τους δε. Ομως, για μένα αυτή η τάση «όλοι ίδιοι είναι» και «δεν έχω πρόβλημα» με βρίσκει εκ διαμέτρου αντίθετη.
Μου θυμίζει από τη μία κάτι τύπους με καρδιά-αγκινάρα που κάνουν το ταίρι τους τάρανδο με τη δικαιολογία ότι «αγαπούν όλες τις γυναίκες-άνδρες» αλλά επί της ουσίας δεν τρέφουν συναισθήματα για κανέναν. Δεν τους κατηγορώ, όμως την τόση θεοποίηση της ευκαιριακής απόλαυσης τη βαριέται κι ο διάολος…
Επίσης, όποτε ακούω κάποιον να μιλάει για ιδεολογικό τσουβάλιασμα Δεξιάς και Αριστεράς και η δική του θέση είναι τα ναι μεν αλλά και στο τέλος ο κλασικός κεντρώος αυτοχαρακτηρισμός του, θυμάμαι τη φράση του Ραφαηλίδη: «Κεντρώος είναι ο δεξιός που ντρέπεται γι’ αυτό». Σε έναν-δυο που το είχα αναφέρει κάποτε, είχαν αναψοκοκκινίσει και ήταν έτοιμοι για καβγά. Οπότε, πλέον, τους αφήνω στην πλάνη τους ή στο να νομίζουν ότι παραπλανούν εμένα.
Πώς έρχεται το καινούργιο λοιπόν; Σηκώνοντας μανίκια και όχι τα χέρια ψηλά όποτε βλέπουμε τα δύσκολα. Με τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά στον διάλογο του παρελθόντος με το μέλλον.
Και μια υπενθύμιση για τους λάτρεις του παλιού: Το να κοιτάμε πέρα από τη μύτη μας δεν σημαίνει ότι απαρνιόμαστε τη μύτη μας. Ούτε κανένα άλλο άκρο μας.
