Μία από τις μεγάλες αλλαγές που θεσμοθετήθηκαν στη μεταπολίτευση είναι ότι με το Σύνταγμα του 1975 δεν υπάρχει περιθώριο για την απαγόρευση κόμματος.
Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 29 του Συντάγματος, η οποία διατηρείται αναλλοίωτη από τότε, ορίζει ξεκάθαρα ότι «Ελληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος».
Η διάταξη αυτή δεν επιδέχεται νομοθετικού χαρακτήρα ερμηνείες, καθώς δεν προβλέπει ερμηνευτικό νόμο για την εφαρμογή της. Κατά συνέπεια η όποια ερμηνεία είναι υπόθεση των δικαστηρίων, καθώς στην Ελλάδα το Σύνταγμα και τους νόμους τούς ερμηνεύουν τα δικαστήρια αφού δεν υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο.
Στη βάση όλων αυτών ήταν από την αρχή ξεκάθαρο πως η απαγόρευση του κόμματος Κασιδιάρη, η απαγόρευση δηλαδή μιας νέας Χρυσής Αυγής με συγκαλυμμένα χαρακτηριστικά, ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Σχεδόν αδύνατη στην εφαρμογή της. Και φυσικά κάτι τέτοιο δεν ήταν και δεν είναι ζήτημα συσχετισμών στο Α1 τμήμα του Αρείου Πάγου καθώς μετά τις εκλογές ακολουθεί το Εκλογοδικείο, το οποίο αν κρίνει πως κακώς αποκλείστηκε από τις εκλογές κάποιος συνδυασμός μπορούν να θεωρηθούν άκυρες στο σύνολό τους.
Δυστυχώς η κυβέρνηση επέλεξε να νομοθετήσει την απαγόρευση του κόμματος Κασιδιάρη εκεί που δεν έπρεπε. Δηλαδή πάνω στο προεδρικό διάταγμα βάσει του οποίου γίνονται οι εκλογές, άρα πάνω στο άρθρο 29 του Συντάγματος.
Κι αυτό το έκανε γιατί μέσω της απαγόρευσης του κόμματος Κασιδιάρη επιδίωξε να θεσπίσει στη χώρα -για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση- νόμο απαγόρευσης κομμάτων, πέραν μιας φτιασιδωμένης Χρυσής Αυγής, που δεν θα αφορά μόνο φασιστικά κόμματα αλλά και αριστερά. Εξ ου και οι αποκαλυπτικές αναφορές Βορίδη κ.ά. περί αντισυστημικής ψήφου και αντισυστημικών κομμάτων.
Κατά συνέπεια έχουμε να κάνουμε με την εφαρμογή της θεωρίας των δύο άκρων στο νομικό πλαίσιο λειτουργίας των κομμάτων με απρόβλεπτες συνέπειες για τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
