Θα μπορούσε να το πει κανείς επισημοποίηση του νέου Ψυχρού Πολέμου στο φόντο του ατέρμονου πολέμου στην Ουκρανία και της βαρυσήμαντης επίσκεψης του Κινέζου προέδρου στη Ρωσία. Τέσσερις ημέρες αφότου ο Σι Τζινπίνγκ αποχαιρέτησε τον «καλό φίλο» του και σύμμαχο Βλαντίμιρ Πούτιν στη Μόσχα με την επισήμανση ότι «μαζί οδηγούμε αλλαγές» που «δεν έχουν συμβεί εδώ και 100 χρόνια» -και ενώ το Πεκίνο «ξεφορτώνεται» αμερικανικά ομόλογα εν μέσω επαπειλούμενης τραπεζικής κρίσης σε ΗΠΑ και Ευρώπη-, ο Ρώσος πρόεδρος έριξε νέα «βόμβα».
Σε συνέντευξή του το Σάββατο ανακοίνωσε ότι η Μόσχα θα αναπτύξει τακτικά (τουτέστιν όχι στρατηγικά) πυρηνικά όπλα στη Λευκορωσία, όπου έχει ήδη μεταφέρει αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα Iskander με δυνατότητα μεταφοράς τους. «Από την 3η Απριλίου αρχίζουμε να εκπαιδεύουμε τα πληρώματα. Την 1η Ιουλίου θα ολοκληρώσουμε την κατασκευή ειδικής αποθήκης για τα τακτικά πυρηνικά όπλα στο έδαφος της Λευκορωσίας» δήλωσε ο Πούτιν.
«Δεν υπάρχει τίποτα ασυνήθιστο εδώ: οι ΗΠΑ το κάνουν αυτό εδώ και δεκαετίες (…) στο έδαφος των συμμάχων τους. Κάνουμε το ίδιο, χωρίς -τονίζω- να παραβιάσουμε τις διεθνείς δεσμεύσεις μας για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων» πρόσθεσε ο πρόεδρος της Ρωσίας, υπογραμμίζοντας ότι τον έλεγχο όσων θα αναπτυχθούν στη γειτονική της σύμμαχο θα τον διατηρήσει η Μόσχα. Οριοθετώντας τις «κόκκινες γραμμές» του, απέδωσε τη μεταφορά των ρωσικών πυρηνικών στο «κατώφλι» της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ στη βούληση της Βρετανίας για αποστολή πυρομαχικών με απεμπλουτισμένο ουράνιο στην Ουκρανία.
«Ανεύθυνη κλιμάκωση και απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια» χαρακτήρισε την απόφαση Πούτιν ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Ζοζέπ Μπορέλ. Για «νέα απόπειρα πυρηνικού εκφοβισμού» έκανε λόγο το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, βλέποντας -όπως και πολλοί αναλυτές- μια επικίνδυνη κίνηση τακτικής από πλευράς Ρωσίας.
Το ΝΑΤΟ «βρίσκεται σε επιφυλακή και παρακολουθεί στενά την κατάσταση» δήλωσε εκπρόσωπός του, αν και «δεν έχουμε δει» -επισήμανε- «μεταβολές στη διάταξη του πυρηνικού οπλοστασίου της Ρωσίας που θα μας οδηγούσαν να αλλάξουμε τη δική μας».
«Παραμένουμε προσηλωμένοι στη συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ» ήταν το μήνυμα από την Ουάσινγκτον. Πάντως «δεν έχουμε διαπιστώσει κανέναν λόγο για να αναπροσαρμόσουμε τη στάση μας στον τομέα των πυρηνικών, ούτε και ενδείξεις πως η Ρωσία σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει πυρηνικό όπλο» ανέφερε το αμερικανικό Πεντάγωνο, κρατώντας προσώρας χαμηλά τους τόνους.
Εκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ζήτησε το Κίεβο ως ένα οιονεί τεστ για τη στάση του Πεκίνου.
«Δεν σχηματίζουμε στρατιωτική συμμαχία με την Κίνα» τόνισε σε χθεσινή συνέντευξή του ο Ρώσος πρόεδρος. «Ναι, συνεργαζόμαστε στον στρατιωτικο-τεχνικό τομέα. Δεν το κρύβουμε. Ολα είναι διαφανή» πρόσθεσε, κατηγορώντας στον αντίποδα τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ότι επιδιώκουν τη δημιουργία ενός «παγκόσμιου ΝΑΤΟ» φτάνοντας μέχρι την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού.
«Για αυτόν ακριβώς τον λόγο Δυτικοί αναλυτές λένε -αυτοί, όχι εμείς- ότι η Δύση αρχίζει να σχηματίζει έναν νέο άξονα» σημείωσε ο Πούτιν, «που μοιάζει με εκείνον της δεκαετίας του 1930 μεταξύ των φασιστικών καθεστώτων της Γερμανίας και της Ιταλίας και της μιλιταριστικής Ιαπωνίας». Με την ατμόσφαιρα να μυρίζει πια «μπαρούτι», τον πόλεμο στην Ουκρανία να οδεύει σε φάση νέας κλιμάκωσης και τις εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας να στοιβάζονται, τα βλέμματα τώρα στρέφονται σε μια σειρά επίσημων επισκέψεων Ευρωπαίων ηγετών στο Πεκίνο.
Αυτή την εβδομάδα μεταβαίνει στην κινεζική πρωτεύουσα ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ. Την επόμενη έχει προγραμματιστεί ταξίδι εκεί του -εσωτερικά κλυδωνιζόμενου- Γάλλου προέδρου Μακρόν, συνοδεία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Ψηλά στην ατζέντα θα βρίσκεται επισήμως η προοπτική ειρηνικής επίλυσης του πολέμου στην Ουκρανία, παρά τη δυτική απόρριψη -ως ανισοβαρούς- του κινεζικού ειρηνευτικού σχεδίου.
«Η Κίνα δεν είναι τέλεια, αλλά μπορεί να τη χρειαστούμε μια μέρα. Αρκετά κράτη-μέλη συμμερίζονται αυτήν την εκτίμηση» ανέφερε χαρακτηριστικά Ευρωπαίος αξιωματούχος στον ιστότοπο Politico σε ρεπορτάζ με τίτλο: «Δεν μπορούμε να χάσουμε την Κίνα, λένε οι ηγέτες της Ε.Ε.».
