ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Γ. Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο βασιλιέλου, αυτός φταίει για όλα!»

«Από Θεσσαλονίκης εις Ασβεστοχώρι […] χιλιόμετρα εννέα […] Κατόπι από το Ασβεστοχώρι μισή ώρα πορεία έως το μικρό δάσος Κουρί (Φράξα, Δρυς, Σφενδάμια, Πουρναριές, Οστρυες, Φτελιές ως ανώροφος βλάστηση, Κολχικά, Κυκλάμινα κατά φθινόπωρο, Φικάριες, Κρόκοι, Σκύλες δίφυλλες κατά Φεβρουάριο-Μάρτιο, Φραξινέλλα, Ορχις πορφυρούς, Λιμόδορο, Κουνούκλες, Πολυγονάτο το κοινό, Βίκος, Βατράχια και Παραχνούδι κατά Μάιον ως βλάστηση υπώροφος)»

Το φυσικό πολιτισμικό τοπίο ως έκφραση του τρόπου ζωής των κατοίκων μιας περιοχής είναι μια ζωντανή, δυναμική οντότητα, η οποία, πέραν της οικολογικής ή/και αισθητικής αξίας της, συνιστά μια πλούσια τράπεζα πληροφοριών για τις δραστηριότητες, υλικές και πνευματικές, των ανθρώπων· αποτελεί, επί της ουσίας, μια «παλίμψηστη περγαμηνή», της οποίας οι εγγραφές σχετίζονται όχι μόνο με τη φύση (βλάστηση, είδη φυτών, εμφάνιση δέντρων) αλλά και με την ιστορία/ αρχαιολογία, τη θρησκεία, τη λαογραφία (παραδόσεις, διηγήσεις γεροντότερων), όλα ενταγμένα στο συνολικό πλαίσιο της εξέλιξης του πολιτισμού ενός τόπου στην πάροδο του χρόνου. Με την ως άνω έννοια, τα τοπία θεωρούνται πλέον ως οικολογική – κοινωνική – οικονομική – επιστημονική, δηλαδή, ως πολιτισμική κληρονομιά/περιουσία του λαού της κάθε χώρας.

Ως προς τη διαχείριση των δασών πιο συγκεκριμένα, δραστηριότητα η οποία ιχνηλατείται έως τις ρίζες του ανθρώπινου πολιτισμού, η οποιαδήποτε αναφορά πρέπει να συσχετιστεί και με τον έλεγχο της βόσκησης, εναλλακτική λύση για τον οποίο ήταν η «κουρά». Τα κουριζόμενα και κλαδονομούμενα δέντρα «κουρεύονταν» σε ύψος 1,5-2 μ. περίπου, έτσι ώστε να μη φτάνουν να τρώνε τα φύλλα και τα τρυφερά κλαδιά τους τα βόσκοντα ζώα. Εδώ παραπέμπει, προφανώς, και η ονομασία «Κουρί», απαντώμενη, επί παραδείγματι, στη Θεσσαλονίκη, στην Κοζάνη, στον Αλμυρό Βόλου, στις Μουριές Κιλκίς, στην Καρδίτσα.

Για το δάσος Κουρί της Θεσσαλονίκης ευτυχές γεγονός αποτελεί η συμπερίληψη της «περι-/καταγραφής» του στο ιδιόρρυθμο έργο «Το Μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης» (μια εντελώς διαφορετική σύνθεση γύρω από τον κεντρικό πυρήνα του προπολεμικού -1922- μυθιστορήματος του Γεωργίου Δροσίνη «Ερση») του Ν.Γ. Πεντζίκη, ο οποίος δημιουργεί με την πράξη της γραφής ένα ολοκληρωμένο, τρόπον τινά, πολιτισμικό τοπίο, όπου συμπεριλαμβάνει και ιστορικές αναφορές από το Βυζάντιο μέχρι «τον πρόσφατο αδελφοκτόνο πόλεμο που κατασπάραξε τα φυλλοκάρδια μας»· διόλου τυχαία, βέβαια, καθώς η πρώτη γραφή (1952) αυτού του μυθιστορήματος συνδέεται στενά με τον παραθερισμό του συγγραφέα στη Χαλκιδική το καλοκαίρι του 1950, πρώτη έξοδός του στην ύπαιθρο μετά από μια δεκαετία περιορισμού σε αστικό χώρο εξαιτίας της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Σε ένα άλλο πεδινό δάσος, στο προστατευόμενο από το «Δίκτυο Natura 2000» δρυοδάσος Κουρί του Αλμυρού Βόλου, το οποίο έχει χαρακτηριστεί επίσης ως περιοχή Βιογενετικού Αποθέματος, η έννοια του πολιτισμικού τοπίου διαπιστώνεται στην καθημερινή πρακτική, καθώς, σε συνδυασμό με την ύπαρξή του ως σπάνιου οικοσυστήματος και φυσικής συνέχειας της χλωρίδας του όρους Οθρυς (με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται σήμερα ως χώρος περιβαλλοντικής ενημέρωσης, εκπαίδευσης και αναψυχής), φιλοξενεί δύο εκκλησάκια και ένα (περιπεσόν, δυστυχώς, σε αχρηστία) λαογραφικό μουσείο, ιδρυθέν (1989) από τον Σύλλογο Βλάχων Αλμυρού, με παρακολούθημα την αναπαράσταση in situ των «κονακιών», των αχυρένιων καλυβιών-κατοικιών των Σαρακατσάνων.

Οπως αναφέρεται στον ανά χείρας λαογραφικό τόμο, «Η περιοχή του Αλμυρού, του Βελεστίνου και των Φαρσάλων, χώροι συγκέντρωσης Σαρακατσάνων, Βλάχων-Αρβανιτοβλάχων, Μακεδόνων, Ηπειρωτών αλλά και ντόπιων ορεινών και πεδινών, αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον πληθυσμιακό μωσαϊκό, πόσω μάλλον αν προστεθούν «οι Αγχιαλίτες και λοιποί πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας, οι Πόντιοι και οι Μικρασιάτες».

Επιπλέον, ο χώρος της περιοχής του Αλμυρού κατοικείτο από την αρχαιότητα και είναι διάσπαρτος από ερείπια αρχαίων ναών, ευρισκόμενα είτε στην αρχική τους θέση είτε σε δεύτερη χρήση. Πάνω στο «ραγισμένο» πλην πλουσιότατο «υπόβαθρο, τα διαφορετικά πολιτισμικά τοπία, αφ’ ενός, προσπαθούν να επιβιώσουν και να διακριθούν […], αφ’ ετέρου, να συγκλίνουν για τη δημιουργία του νέου προσώπου του συμβιωτικού λαϊκού πολιτισμού της περιοχής […]».

Από αυτόν τον «συμβιωτικό» πολιτισμό δεν λείπουν, οπωσδήποτε, τα βαθιά ίχνη των, προαναφερθέντων και από τον Ν.Γ. Πεντζίκη, ιστορικών γεγονότων: «Από το αεροδρόμιο του Αλμυρού, δίπλα στο δάσος Κουρί, […] είχε αναχωρήσει μια μαγιάτικη νύχτα η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ για τον Λίβανο», γράφει η, προσφάτως εκλιπούσα, Αλμυριώτισσα, από βλάχικη οικογένεια (στη μητέρα της ανήκει η αρχική φράση), Κατίνα Τέντα-Λατίφη, η οποία, με το σπουδαίο χάρισμα της αφηγήτριας που διαπίστωνε ο Μίκης Θεοδωράκης στον «Χαιρετισμό» της γαλλικής έκδοσης (2014), αναρπάζει το αναγνωστικό κοινό της από την πρώτη κιόλας συνάντησή του με τον έφηβο εαυτό της «λίγο πριν κηρυχτεί ο ελληνοϊταλικός πόλεμος» και το επιστρέφει (προτού, νεαρή πια, ξαναφύγει για το Βουκουρέστι το 1954) ωριμότερο και σοφότερο στη θέση του, αφού προηγουμένως το έχει πάρει μαζί της στο αντάρτικο, στον Δημοκρατικό Στρατό και στην ομάδα του Νίκου Μπελογιάννη, ταξιδεύοντάς το στις γραμμές «ενός ποιήματος της ιστορίας μας», όπως είχε χαρακτηρίσει το βιβλίο της ο Φίλιππος Ηλιού (τόσο κοντά στην άποψη του Avrom Fleishman για τη σχέση ιστορικής διήγησης και ποίησης). Στο ίδιο δάσος, τον Μάρτη του 1945, είχαν οδηγήσει τη συγγραφέα οι Σούρληδες, η ομάδα του Σαρακατσάνου λήσταρχου και αργότερα διώκτη των «συμμοριτών» Σούρλα· τότε την είχαν αφήσει ελεύθερη να γυρίσει στο σπίτι της, αλλά το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς η Κατίνα Τέντα έφυγε και δεν ξαναπάτησε το κατώφλι του παρά 28 χρόνια μετά.