Σεμνός, απλός, χαμογελαστός, με αυτοπεποίθηση, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής. Αμέσως μετά το Φεστιβάλ του Βερολίνου, ο Γουίλεμ Νταφόε έφτασε στην Ελλάδα έτοιμος να γοητεύσει το ελληνικό κοινό που θα τον συναντήσει οσονούπω μέσω οθόνης, αλλά και όσους τον συνάντησαν χθες στο Ωδείο Αθηνών.
Ο λόγος που τον έφερε στα μέρη μας είναι το «Inside», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ελληνα σκηνοθέτη Βασίλη Κατσούπη που κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους (από την Tulip) στις 9 Mαρτίου. Πατώντας σε δρόμους που άνοιξαν στο παρελθόν κορυφαίες ταινίες οι οποίες θέτουν το θέμα της επιβίωσης (όπως τα Life of Pi, All is Lost) ο Ελληνας σκηνοθέτης έφτιαξε ένα φιλμ για την υπαρξιακή εξερεύνηση των ανθρώπινων αναγκών, την ουσιαστική αξία της τέχνης και της ζωής.
Κι όλα αυτά μέσα από την αγωνία ενός κλέφτη που παγιδεύεται σε ένα νεοϋορκέζικο ρετιρέ αφού η διάρρηξη που επιχείρησε δεν εξελίχθηκε όπως την είχε σχεδιάσει. Πλαισιωμένος λοιπόν από τον σκηνοθέτη, τον παραγωγό Γιώργο Καρναβά και τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο που ανέλαβε τον συντονισμό της κουβέντας, ο κορυφαίος ηθοποιός μίλησε στους Ελληνες δημοσιογράφους για την αγωνιώδη ιστορία ενός κλέφτη έργων τέχνης. Και κυρίως για το πώς ένας σταρ του διαμετρήματός του βρέθηκε να πρωταγωνιστεί στην παρθενική σκηνοθετική απόπειρα ενός Ελληνα δημιουργού.
«Αποφεύγω τις καταστάσεις που με κάνουν να νιώθω άβολα στις ταινίες. Θεωρώ πραγματική ευλογία ότι έχω κάνει ταινίες που, κάθε φορά που τις βλέπω, ανακαλύπτω μια νέα τους πτυχή. Μου αρέσει πολύ αυτή η αίσθηση. Είναι λογικό να νιώθεις φόβο κάθε φορά που δοκιμάζεις κάτι καινούργιο γιατί σου δίνει μάθημα και κίνητρα για να προχωρήσεις. Αν έχεις ζήσει με τον φόβο και ξέρεις ότι έχεις επιβιώσει και ότι δεν σε έχει καταστρέψει, έχεις πάρει ένα πολύτιμο μάθημα», είπε για την αναμέτρηση με το άγνωστο. Λίγο μετά οι αποκαλύψεις συνεχίστηκαν:
«Βρίσκω τρομακτική τη βεβαιότητα και προσπαθώ κάθε φορά με κάθε τρόπο να την αποφύγω. Θέλω να πηγαίνω προς κάτι που μπορεί να μου αποκαλύπτει κάποιες οικείες πλευρές που με κάνουν να νιώθω βεβαιότητα αλλά μου αφήνει κι ένα ποσοστό ανασφάλειας το οποίο χρειάζομαι ώστε να κινητοποιούμαι. Είναι υπέροχο, με άλλα λόγια, να νιώθεις ότι σταδιακά αποκαλύπτονται οι πτυχές αυτού που δημιουργείς, ότι σιγά σιγά χτίζεται μια επικοινωνία».
Ας δούμε τι χρειάστηκε να υποδυθεί στην ταινία τού -αυστηρού όπως είπε- Ελληνα σκηνοθέτη ξεκινώντας από το σενάριο. Ολα διαδραματίζονται σε ένα ευρύχωρο, hi-tech, σχεδόν εξωπραγματικό νεοϋορκέζικο ρετιρέ με αδιανόητη πανοραμική θέα στον ορίζοντα της πόλης, το οποίο είναι διακοσμημένο με πολυτελή έπιπλα και πολύτιμους πίνακες. Ο ληστής έργων τέχνης Νίμο προσγειώνεται από ένα ελικόπτερο, απενεργοποιεί το σύστημα συναγερμού και εισβάλλει στον χώρο τη στιγμή που το φως του ηλίου λούζει το διαμέρισμα. Αναζητά πέντε πίνακες του Εγκον Σίλε, λείπει όμως η αυτοπροσωπογραφία, που υποτίθεται ότι κρέμεται στην κρεβατοκάμαρα. Λίγο μετά, και όταν το υψηλής τεχνολογίας σύστημα ασφαλείας δεν μπορεί πλέον να αφοπλιστεί, η παγίδα κλειδώνει. Ο Νίμο αναζητά διέξοδο, αλλά η βλάβη στο ιδιαίτερα ευφυές σύστημα κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα καθώς ο καιρός περνάει και ο ήρωάς μας είναι πλέον σίγουρος ότι δεν έχει ειδοποιηθεί κανείς άλλος. Εγκλωβισμένος και μόνος με τις οθόνες της κάμερας παρακολούθησης μετρά τις ώρες που γίνονται μέρες και τις μέρες που γίνονται εβδομάδες και μήνες. Παγιδευμένος σ’ ένα χρυσό κλουβί, ο Νίμο αγγίζει τα φυσικά και συναισθηματικά του όρια. Καλείται τώρα να επιστρατεύσει όλη την οξυδέρκεια και την εφευρετικότητά του, προκειμένου να επιβιώσει.
«Θα έλεγα ότι η ταινία αυτή φτιάχτηκε στα γυρίσματα», είπε κι εξήγησε γιατί, παρότι πρωταγωνιστεί μόνος σε όλη τη διάρκειά της, δεν ένιωσε μοναξιά: «Σε κάθε ταινία οφείλεις να βρίσκεις την ταυτότητά σου και τη δική σου θέση. Πολλοί με ρωτάνε αν ένιωθα μόνος μου στα γυρίσματα. Οχι, καθόλου μόνος δεν ένιωθα. Ημουν μπροστά από την κάμερα, αλλά είχα μεγάλη επικοινωνία με το συνεργείο γιατί ανά πάσα στιγμή έπρεπε να συνεργάζομαι με όλους.
Επρεπε να είμαι παρών γιατί μετρούσε κάθε λεπτομέρεια», κατέληξε ο ηθοποιός. Γεννημένος στο Γουισκόνσιν το 1955 ο Γουίλεμ Νταφόε των εκατοντάδων ερμηνειών αλλά και των ισχυρών δεσμών με την Ελλάδα («όποτε και να με καλέσουν στη χώρα σας για να παίξω, θα έρθω», είπε) συμμετείχε στην τελευταία ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Η Σκόνη του Χρόνου», ενώ μας θύμισε πως παλαιότερα (1989) έπαιξε στον «Θρίαμβο της θέλησης» του Ρόμπερτ Μ. Γιανγκ όπου υποδύθηκε έναν Εβραίο της Θεσσαλονίκης κρατούμενο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το επόμενο διάστημα θα τον δούμε να πρωταγωνιστεί μαζί με την Εμα Στόουν και στην τελευταία δημιουργία του Γιώργου Λάνθιμου «Poor things», ένα βικτοριανό παραμύθι γεμάτο έρωτα κι επιστημονική φαντασία. Πώς βιώνει άραγε τη συχνή εναλλαγή ρόλων; «Δεν μπορώ να πω ότι ταυτίζομαι με τους χαρακτήρες που ερμηνεύω. Συνήθως ως ηθοποιός έχεις συγκεκριμένο πλαίσιο και πάνω σε αυτό χτίζεις την ερμηνεία σου. Υπάρχουν κανόνες και σε αυτούς υπακούς. Οταν αυτή η διαδικασία τελειώνει επιστρέφεις στον εαυτό σου»…
