Η κυβέρνηση Μελόνι προσπαθεί να καταλάβει πώς μπορεί να βγει από το αδιέξοδο του μεταναστευτικού και του προσφυγικού. Από τη μια, είναι σαφές ότι η γραμμή των «κλειστών λιμανιών» που είχε διαφημιστεί από τη Λέγκα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Οχι λόγω ξαφνικής φιλανθρωπικής ευαισθησίας της νέας κυβέρνησης της Ρώμης, αλλά επειδή η Ιταλία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της να συνεχίσει την ένταση με τη Γαλλία, η οποία δεν θέλει να σηκώσει το κύριο βάρος της υποδοχής.
Από την άλλη, δεν δείχνει να φέρνει αποτελέσματα ούτε η μέση λύση που υιοθέτησε τους τελευταίους μήνες η συντηρητική κυβέρνηση της Ρώμης: ανοιχτά λιμάνια δηλαδή, αλλά με περιορισμό της δράσης των ΜΚΟ, οι οποίες δεν έχουν δικαίωμα, πλέον, να πραγματοποιούν πάνω από μία διάσωση σε κάθε αποστολή τους και συχνά υποχρεούνται να κατευθυνθούν με τους διασωθέντες προς «ασφαλή λιμένα» που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το σημείο της επιχείρησής τους.
Στην πραγματικότητα, όμως, τα τελευταία στοιχεία μάς λένε ότι από την αρχή του χρόνου, διά της θαλάσσιας οδού έφτασαν στην Ιταλία 17.592 μετανάστες και πρόσφυγες. Την ίδια περίοδο, πέρυσι, ήταν μόλις 5.976. Κάτι που επιβεβαιώνει ότι στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων χρησιμοποιούνται βάρκες και πλεούμενα πάσης φύσεως, ενώ οι ΜΚΟ πέρυσι έσωσαν και μετέφεραν στην ξηρά μόνο το 12% των «απελπισμένων της θάλασσας» που αποβιβάστηκαν στη χώρα.
Η Μελόνι, λοιπόν, ύστερα από μια περίοδο καθημερινής επαφής με τη δύσκολη αυτή πραγματικότητα, επιχείρησε να αλλάξει -τουλάχιστο σε έναν βαθμό- στρατηγική. Οι εχθροί, στη φάση αυτή, δεν είναι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, αλλά οι δουλέμποροι που τους μεταφέρουν. Αύξησε τις ποινές, ώστε να καταδικάζονται μέχρι και σε τριάντα χρόνια κάθειρξη και υποσχέθηκε σημαντικές, νόμιμες ροές οικονομικών μεταναστών, οι οποίες, όμως, ακόμη δεν έχουν καθοριστεί επακριβώς. Παράλληλα, δεν δείχνει να υπολόγισε ότι, πολλές φορές, οι διακινητές αφήνουν μόνους τους μετανάστες πάνω στα σαπιοκάραβα και τους υποχρεώνουν να κρατήσουν οι ίδιοι το πηδάλιο μέχρι να φτάσουν (όταν είναι τυχεροί) στη Σικελία ή την Καλαβρία.
Την ίδια ώρα, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε ότι πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια, για να μειωθούν οι θάνατοι των ανθρώπων αυτών που θέτουν συνεχώς σε κίνδυνο τη ζωή τους με την ελπίδα να φτάσουν στην Ευρώπη. Το ναυάγιο της 26ης Φεβρουαρίου έξω από τον Κρότωνα της Καλαβρίας με 77 νεκρούς και τριάντα αγνοούμενους σόκαρε την κοινή γνώμη της Ιταλίας. Εστω και αν η δεξιά κυβέρνηση της Ρώμης δεν παραδέχθηκε κανένα λάθος στις επιχειρήσεις διάσωσης, η Μελόνι, σύμφωνα με πληροφορίες, ζήτησε επίμονα από όλα τα υπουργεία και όλα τα σώματα (λιμενικό, ακτοφυλακή, ναυτικό) να βελτιώσουν άμεσα τον συντονισμό τους με στόχο πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις. Χθες μάλιστα συναντήθηκε με τους επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών για να συζητήσουν για το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα.
Το Σάββατο διασώθηκαν πεντακόσιοι μετανάστες που κινδύνευαν να πνιγούν αλλά την Κυριακή, σε λιβυκά χωρικά ύδατα, έχασαν τη ζωή τους άλλοι τριάντα άνθρωποι. Μια τραγωδία χωρίς τέλος, για τη συνολική διαχείριση της οποίας η Μελόνι και οι συνεργάτες της δέχθηκαν κριτικές και σε προσωπικό, καθαρά, επίπεδο. Την περασμένη Πέμπτη, η Ιταλίδα πρωθυπουργός αποφάσισε να συγκαλέσει υπουργικό συμβούλιο στην Καλαβρία, εκεί ακριβώς όπου σημειώθηκε το τραγικό ναυάγιο στα τέλη Φεβρουαρίου.
Ανήγγειλε τα νέα, αυστηρότερα μέτρα για τους δουλεμπόρους και εξέφρασε τον πόνο της για τον χαμό τόσων ζωών. Την επομένη, όμως, πήγε αεροπορικώς στο Μιλάνο, για να πάρει μέρος σε πάρτι γενεθλίων του γραμματέα της Λέγκας και υπουργού Υποδομών, Ματέο Σαλβίνι. Μαζί με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, του ευχήθηκαν, του έκαναν δώρα και τραγούδησαν «καραόκε». Είναι σαφές ότι δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να τιμήσουν τη μνήμη των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στον Κρότωνα και για να μοιραστούν τον πόνο των συγγενών τους.
