Η ιστορικοκριτική ερμηνευτική πράξη ξαναθέτει από την αρχή το ζήτημα της δραστικότητας των μορφών θεωρητικής οικείωσης της πραγματικότητας: ποιος έχει την προτεραιότητα, οι «τρόποι» του υποκειμένου, η δυστροπία του αντικειμένου ή το αποτέλεσμα της επικοινωνίας τους που προϋποθέτει, πριν απ’ όλα, εξοικείωση; Ως προς το πρώτο σημείο επιβάλλεται να υπογραμμίζεται η ενεργός πλευρά του υποκειμένου, δηλαδή ό,τι το συγκροτεί: κοινωνική ένταξη, ιδεολογική στάση, παράδοση που το περιέχει, ιστορική εγρήγορση, θεωρητικό apparatus, ικανότητα προβληματοθεσίας κ.λπ. Η «οικείωση» επίσης αποδίδει τη δυναμική του σχέση ως προϊόντος επικοινωνίας με τις πραγματικότητες που το περιβάλλουν και που του επιτρέπουν να κρατά τις αποστάσεις από τις ροπές τους. Πάντως λειτουργεί κι εδώ το «παράδοξο» της παραγωγής και των διεργασιών αναπαραγωγής της, ακόμη κι όταν νοηθεί ως συγγραφική παραγωγή: ότι δηλαδή παράγει «και ένα υποκείμενο για το αντικείμενο» (Marx1857/1858: 21) με συγκεκριμένες «ανάγκες» που πρέπει να ικανοποιηθούν.
Δεν πρόκειται εδώ να θέσω ένα στενά ιστοριογραφικό ζήτημα. Οπως είναι γνωστό, συνηθίζεται μαζί με την οριοθέτηση της τελευτής του Διαφωτισμού να τίθεται η προβληματική για την εμβέλεια του «ρομαντισμού» με την υπονοούμενη επισήμανση ότι και εδώ πρόκειται τάχα για μόρφωμα ιδεών και πρακτικής που διαδέχθηκε τον Διαφωτισμό ή έστω που συνέβαλε στην απόσυρσή του. Ως εμφανής «σκιά» αυτού του κινήματος το παρακολουθεί ωστόσο κατά το σύνολο σχεδόν της σταδιοδρομίας του, χωρίς να παραπέμπει σε κάποια τυπική διάζευξη διαδοχής και εγγενούς αντιπαράθεσης. Για τούτο ανακύπτουν και σήμερα τα ιστοριογραφικά ερωτήματα για την ύπαρξη ενός «Romanticized Enlightenment» ή ενός «Enlightenment Romanticism» (Pinkard 1997: 18-38). Μολονότι ο νεολογισμός «romanticisme»/«romantisme» (1823 και 1825) που εισήγαγε στη γαλλική γλώσσα ο Stendhal αφορούσε το πεδίο της λογοτεχνίας, δεν ήταν βέβαια ασύμπτωτος με μια διαφορετική βιοθεωρητική στάση που ακριβώς λειτουργούσε, στην περίοδο ιδιαίτερα της ναπολεόντειας αυταρχικής διακυβέρνησης και της «Παλινόρθωσης», με μορφή «ετεροτοπίας» και με αιχμή τον «ανατολισμό».
Μόνο που η δέσμη των ιδεών, για να περιοριστώ στη γαλλόφωνη διανόηση, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υποστάτωση του ρομαντικού κλίματος, ανευρίσκεται ήδη σε κεντρικούς εκπροσώπους του Διαφωτισμού, όπως ήταν ο Diderot και ο Rousseau. Ο «ουτοπικός» προσανατολισμός του ρομαντικού κινήματος, ακόμη και μέσω αφηγημάτων που επινοούν «ρωμανσικάς χιμαίρας» (Muratori 1762: 226), ό,τι δηλαδή διαφοροποιείται από «τας πραγματικάς εννοίας» (Soave 1804: 62/63), θεματοποιείται στην αντιπαράθεσή του προς τα «επικροτούντα ήθη και έθιμα» (Κούμας 1832:312), στα οποία από μια άποψη συγκατένευσε το ηγεμονικό ρεύμα του Διαφωτισμού κατά την περίοδο ανάδυσης της βιομηχανικής κοινωνίας (Νούτσος 2002: 80, 199). Ή, κατά τον Κοραή, ταυτόχρονα με τη «Νέαν φιλοσοφίαν» βιάζεται να «προχωρήση» ο «Ρωμαντισμός» που προκρίνει να «εικονίζη την φύσιν κακοζήλως, ώστε να εκφράζη και αυτά της τα ανάξια εκφράσεως», δηλαδή συντείνοντας στην απόπειρα επιστροφής στην «παλαιόν βαρβαρότητα» των «φωτισμένων» Γάλλων (1829: 231/232).
Η αμφιρρέπεια προς τον Διαφωτισμό και τη «σκιά» του καταγράφεται με την ολοκλήρωση της τροχιάς που αυτός διήνυσε, χωρίς ωστόσο να παραμεριστεί η ακτινοβολία του, κατά το παράδειγμα της συλλογιστικής που αναπτύσσει ο Μάρκος Ρενιέρης (1841).
Πρόσφατα αναρτήθηκε «φωτογραφία/μοντάζ» των τριών πρώτων υποψήφιων πρωθυπουργών με την υπόμνηση: «Ανοίγουμε καινούργιο μπουρδέλο και σας περιμένουμε» (βλ. Η Εφημερίδα των Συντακτών, 24-26.2.2023, σσ. 8/9). Και όμως η υπερθεμάτιση του «ρομαντισμού» στο δοκίμιο: Σύγχρονη επαναστατική διανόηση (Αθήνα 2005, 350, 81, 17, 18, 33-63), με την υπόρρητη επίσης ανάπλαση των συναφών αναλύσεων του M. Löwy, οδηγεί στην πιθανολόγηση να «συναντηθούν σε κοινές μορφές αντίστασης επαναστάτες μαρξιστές διανοούμενοι και νεορομαντικοί συντηρητικοί διανοούμενοι ενάντια στον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό».
Ποια είναι τα ιστορικά προηγούμενα των «επαναστατών μαρξιστών» που αποτελούν τους «αρίστους» του καιρού μας, δηλαδή όσους συνταιριάζουν τη «συλλογική σοφία» με τις «θεωρητικές γνώσεις της διανόησης»; Ως προπομπός του Marx εκλαμβάνεται ο Πλάτων, με την ομόλογη μείωση της θεωρητικής εμβέλειας και της πολιτικής πρακτικής των Σοφιστών. Μάλιστα οι «συγκλονιστικές αναλογίες» αφορούν την ανάδειξη των «λαϊκών μαζών» σε «καθοριστικό παράγοντα της πορείας του κόσμου» και την αναγνώριση της «υιοθέτησης της κυρίαρχης ιδεολογίας από τον λαό και της αλλοτρίωσής του». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν απορεί κανείς με το επόμενο βήμα του συγγραφέα, δηλαδή με την επιμονή του να εισαχθεί «μια αριστοδημοκρατική, αριστοτελικού τύπου, σχέση ανάμεσα στη διανόηση και στο προλεταριάτο»… Βλ. «Ιστορική αίσθηση» και λογοτεχνία, Αθήνα 2011, 147-163. Τώρα όμως τι «φορεσιά» θα φορέσουμε;
*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
