Στις 14 Μαρτίου του 1883 πεθαίνει ο Karl Marx. Αναζωογονώ εδώ τις τελευταίες ερωταποκρίσεις μεταξύ μας:
1050. Εξηνταπεντάχρονος κι εγώ στέκομαι απέναντι σου;
Εύχομαι να φέρεις σε πέρας όλους τους τωρινούς συγγραφικούς σου σχεδιασμούς, αλλά και τους επερχόμενους με βάση νέα ερεθίσματα. Απλώς έως εδώ σταθήκαμε στο ίδιο ακριβώς «χρονοστάσι»… Πάντως μην ανησυχείς, δίπλα σας είναι η Ρόδος με τα πολλά «salta» (1852: 118). Ώρα, λοιπόν, να επιστρέφετε στο νησί τραγουδώντας: «Μες στου Αιγαίου τα νερά…». Είμαι ικανοποιημένος που έχουμε εξαντλήσει πολλά κείμενά μου, χωρίς τη διαμεσολάβηση της όποιας βιβλιογραφίας, παλαιότερης ή πρόσφατης. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν μια ευφάνταστη «Intervista immaginaria»/«Imaginary interview». Ούτε ποτέ πίστεψα ότι είχα απέναντι μου έναν από τους «Grecs» που θα μ’ έκλεβε στα χαρτιά (1852: 93)…
Τώρα που είμαι γυρτός στο τραπέζι της εργασίας μου, Μάρτη μήνα, μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι συμφωνώ με τη δομή του κειμένου μας και με τη σειρά των ερωτήσεών σου, παρά τη βρογχίτιδα που με ταλαιπωρεί. Πάντως, δεν ξέρω αν μόνον εγώ μπορώ να χαρακτηριστώ «ein grundlicher Mathematiker» (Engels 23.9.1885: 10), αφού σε γνώρισα και έκανα για τον εαυτό μου μια κωδικοποίηση των ερωτήσεων καθώς και την ποσοτική τους κατανομή. Εύχομαι να μη σε αποπάρει κανείς ή καμιά –είμαι μαζί σου με το έργο μου που κρατάς στα χέρια σου όχι ως «εγχειρίδιο» ή ως χαρτί αφισών… Πότε θα τα ξαναπούμε, με ή χωρίς αντιστροφή ρόλων; Γιατί να μην ισχύει και για μας ό,τι το Μανιφέστο (1848: 465) χρεώνει στην αστική τάξη: «Καθετί το σταθερό και ακούνητο κλονίζεται»;
1051. Μπορούμε να γίνουμε στην παραλία της Κω ένα «είδος» ασταμάτητης «βακτηρίας»;
Γιατί όχι, τόσο που να «γυρίζουμε όλη μέρα» (13.3.1866: 503). Αρχίζοντας από τα δικά μας βιβλία, ως «μηχανές που τα καταβροχθίζουμε» για να τα αποθέσουμε με «άλλη μορφή auf den Dunghaufen της ιστορίας» (11.4.1868: 545); Κρατώ τον όρο στη γλώσσα μου για να μη λερώσω το γραπτό σου. Ας μην κλείσω κι εγώ με ερώτηση και ας στραφούμε σε κάθε «Phantomproblem» για να στοιχειοθετήσουμε την αναγκαία «κριτική της ίδιας της ερώτησης». Δηλαδή, τότε μάλλον θα επιλύουμε μιαν «εξίσωση», όταν ευκρινώς αυτή «περιέχει τους όρους για τη λύση της» (22.2.1881: 160). Παρά την ηλικία μας έχουμε τη δυνατότητα να μετατραπούμε σε «Umzürzler»/«ανατροπείς» (Engels 6.3.1895: 525) των κειμένων μας, αρκεί το «περιεχόμενό» τους να «υπερβαίνει τη φραστική τους» (1852: 117).
1052. Επομένως, ενδέχεται να συμβεί ό,τι αποδίδεται στην «κοινωνική επανάσταση» του «19ου αιώνα»;
Γιατί όχι, δεν θα αντλήσουμε την ποίησή μας «από το παρελθόν, αλλά μόνον από το μέλλον» (1852: 117)…
1053. Η «Ekstase είναι το πνεύμα κάθε μέρας»;
«Αλλά και η ζωή της διαρκεί λίγο» (1852: 117, 128), όπως μας ανοίγει τα μάτια ο γείτονάς σου ο Ιπποκράτης. Όσο για την «προφητεία» της Θέτιδας, της «θεάς της θάλασσας», για την ώρα δεν μας αφορά. Ίσως μόνον να μας αγγίξει, εμένα περισσότερο, στο «άνθος» των γηρατειών μας…
1054. Ποιος από τους δυο μας θα μορφοποιήσει πρώτος την προσφώνηση: «ανεκτίμητε φίλε»;
Χαρά μου το: «Salut, mein lieber, teurer Freund!» (16.8.1867: 323), όπως μετά από τη διόρθωση των τυπογραφικών δοκιμίων του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ξημερώνοντας, έγραφα στον άλλο «στρατηγό». Τώρα πάλι εγώ, καλοκαίρι στο Μαρμάρι, θα το επαναλάβω. Γιατί να μη σ’ ευχαριστήσω για τον σχεδιασμό και τη σύνθεση του παρόντος βιβλίου, με την πολύχρονη επώαση και την ταχύτατη γέννησή του; Λοιπόν, «σ’ αγκαλιάζω πλήρης ευγνωμοσύνης». Αλλά και σε ρωτώ: τι έχεις στα σκαριά ή για πού θ’ ανοίξουμε πανιά;
1055. Στο «πεδίο των ιδεών»;
«Ideell betrachtet»; Εκεί όπου η «διάλυση μιας ορισμένης μορφής συνείδησης» μπορεί να «θανατώσει μια ολόκληρη εποχή» (1857/8: 439)…
1056. Μήπως και τούτο παραπεμφθεί στο μέλλον;
Κάποτε (1857/8: 365) είχα τη δύναμη να αναθέτω στον εαυτό του ό,τι θα με απασχολούσε «μελλοντικά». Τώρα όμως;
1057. Πού πας, πού πας;
Εκεί μάλλον όπου εύχομαι να μη γίνω «σημαντικότερος από τους αγίoυς»/«wichtiger als die Heiligen» (1857/8: 237)…
1058. Πού μ’ αφήνεις;
Όχι στους κόλπους μιας «Epigonenliteratur» (1857/8: 843).
1059. Έρχεται κι ο Fred;
Για να συσχετίσει τις «πολλές ανολοκλήρωτες εργασίες» με την «Ταντάλου δίψα» / «Tantalusgelüst» (15.3.1883: 460)…
1060. Πού θα σε οδηγήσει;
Μεθαύριο, «εκεί που κοιμάται η γυναίκα μου» (15.3.1883: 460).
1061. Και τι θα μπορούσε να προσθέσει;
Από τον προσφιλή μου των φοιτητικών μου σπουδών Οβίδιο (Μεταμ. X, 29-44) ανακαλώντας τον Ορφέα ως επισκέπτη του «Χάους» με την «απέραντη σιωπή»:
«“άλλος πιο αργά, άλλος πιο γρήγορα, όλοι εδώ θα κατεβούμε”[…]
nec Tantalus αποζητάει το νερό που του ξεφεύγει […] κι ο Σίσυφος εκάθισε στο βράχο»…
1062. Τι μπορεί να «συντομεύσει και να λιγοστέψει τους πόνους» του θανάτου;
Ας περιοριστούμε στα «ίχνη του φυσικού νόμου της κίνησής μας» (1867:16)…
1063. Ο θάνατος δεν «συμβαίνει στη νοητή…»;
«nicht in der gedachten, αλλά στην ενεργό, πραγματική σχέση» (1857/8:393) των όρων ύπαρξής μας…
1064. Πώς αποκαλύπτεται το «εσωτερικό μυστικό» της;
Με την ανίχνευση της «κρυμμένης βάσης όλης» της «κατασκευής» μας (1894:800)…
1065. Μήπως έτσι θα ξεφυτρώσει άνετα ό,τι τις αντιλήψεις σου «παραμορφώνει σε φθηνοπράγματα»;
Ποιοι τάχα θα οριστούν «εκτελεστές της φιλολογικής διαθήκης» (Engels 23.2.1891:40) μας;
1066. Έστω· να ξαναθυμηθούμε στίχους από τη νεανική σου «Μεταμόρφωση»;
Γιατί όχι, φίλε:
«Ηθελα με δύναμη και τόλμη
να διασχίσω θάλασσες […] καθάρισαν τα χρώματα κι οι εικόνες,
γιατί είχα στ’ αλήθεια ανακαλύψει
πού μ’ οδηγούν οι σκοτεινοί μου αγώνες […]
αλλά έσωσα τη φλόγα την εσωτερική…
1067. Νωρίς το απόγευμα, «στις δύο και σαράντα πέντε»;
Εύχομαι να επαληθευθεί ότι μπορεί να είχα «πολλούς αντιπάλους, αλλά κανέναν προσωπικό εχθρό» (Engels 18.3.1833:337)…
1068. Από «τη στιγμή» που έφτασες σ’ αυτό το σημείο, «όλη η κατοπινή εξέλιξη είναι παρακμή»;
Αλλά και «κάθε νέα θα επιτευχθεί σε μια νέα Basis» (1857 / 8:439)… Χαίρε!
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
