Στη σύγχρονη κοινωνία που ζούμε, κατά τον 21o αιώνα, οι αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας και σε όλα τα κοινωνικά υποσυστήματα είναι ριζικές. Με τον όρο «ριζικές αλλαγές» εννοώ ότι όλα όσα συντελούνται στην υλική βάση της κοινωνίας μας δεν μπορούν να αναπαρασταθούν στο πνευματικό εποικοδόμημα. Η φιλοσοφία, η σκέψη, ο στοχασμός βρίσκονται μπροστά σ’ ένα αδιέξοδο. Αυτό συμβαίνει (ποιο δηλαδή, η απαξίωση της σκέψης και της φιλοσοφίας) επειδή η ίδια η υλική βάση της σύγχρονης κοινωνίας αυτονομήθηκε. Η ψηφιακή κοινωνία την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος «κατασκεύασε» είναι το χειροπιαστό παράδειγμα της ανατροπής των σχέσεων της θεωρίας με την κοινωνική πράξη.
Το πρόβλημα όμως το οποίο θέλω να εξετάσουμε στη σύντομη αυτή παρέμβασή μου δεν είναι η θετικιστική «μεταμόρφωση» της σκέψης. Και εγώ αλλά και όλοι μας ενδιαφερόμαστε να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει με τον πολιτισμό και τις τέχνες. Η αφορμή γι’ αυτόν τον προβληματισμό είναι το προεδρικό διάταγμα υπ’ αριθμόν 85/2022 και οι σχετικές αποφάσεις που ελήφθησαν στη συνάντηση του πρωθυπουργού με τους εκπροσώπους του πολιτισμού.
Αυτό το «πράγμα» που ονομάζουμε πολιτισμός και καλλιτεχνική δραστηριότητα εντός της κοινωνίας δεν εντάσσεται σε θετικιστικές ποσοτικές μετρήσεις. Η μουσική, το θέατρο, η ποίηση (για να αναφέρω μόνο δυο-τρεις μορφές τέχνης) δεν αναπαράγονται μέσω ανταλλακτικών μεθόδων και ποσοτικών μετρήσεων. Εάν έχω καταλάβει σωστά, οι κοινωνικοί αγώνες των καλλιτεχνών κατά το πρόσφατο χρονικό διάστημα των δύο μηνών (Ιανουάριος-Φεβρουάριος του 2023) δεν είχαν θέμα τους έναν τύπο πολιτισμού ο οποίος θεμελιώνεται στη φαντασία, αλλά τη διεκδίκηση του υφιστάμενου καθεστώτος επαγγελματικής αποκατάστασης όλων όσοι έχουν αποφοιτήσει από τις επαγγελματικές σχολές ειδίκευσης.
Ας μου επιτραπεί σ’ αυτό το σημείο της επιχειρηματολογίας μου να επισημάνω το εξής: σε παγκόσμιο (ή έστω σε ευρωπαϊκό) επίπεδο διεξάγεται εδώ και δεκαετίες ένας γόνιμος διάλογος με θέμα ποιον τύπο (ή μορφή) πολιτισμού έχει ανάγκη η κοινωνία μας. Μιλάμε για τον πολιτισμό της δημιουργίας και της πρωτοπορίας στο πνεύμα και την κοινωνική πράξη από τη μία και για τον πολιτισμό της τεχνοκρατίας και της γραφειοκρατίας από την άλλη. Μετά το τέλος της «πολιτισμικής βιομηχανίας» (ερμηνευτικό σχήμα που χρησιμοποίησαν οι Theodor W. Adorno και Max Horkheimer για να ερμηνεύσουν την πολιτισμική παραγωγή και την καλλιτεχνική δραστηριότητα της εποχής τους) η σχετική επιστημολογική διαμάχη κορυφώνεται. Στις διεθνείς αυτές συνθήκες, η ελληνική πολιτική κοινωνία κατέληξε να είναι μια «καθυστερημένη αισθητική κοινότητα». Οπως κάποτε κατά την ιστορική φάση της «κατασκευής» των εθνικών κρατών η Γερμανία ονομάστηκε «καθυστερημένο έθνος», το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την Ελλάδα: είναι μια καθυστερημένη αισθητική κοινωνία!
Ως τελικό συμπέρασμα σ’ αυτή τη σύντομη παρέμβασή μου μπορεί να είναι το εξής: Ο πρόσφατος δημόσιος διάλογος για τον πολιτισμό στη χώρα μας, μολονότι ξεκίνησε από την αφετηρία του συνδικαλιστικού συμφέροντος, μας οδήγησε σε δημιουργικούς δρόμους. Εγινε έστω και αποσπασματικά μια πολιτική απόπειρα να επαναπροσδιοριστούν οι όροι και οι προϋποθέσεις του πολιτισμού στην Ελλάδα. Τελικά όταν το μαχαίρι «φτάνει στο κόκαλο», τότε όλοι ξεσηκώνονται! Ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον και μάλιστα πολύ σύντομα θα συζητήσουμε και στην Ελλάδα όλα όσα τίθενται προς συζήτηση με θέμα τον πολιτισμό και τις τέχνες διεθνώς. Δηλαδή θέλουμε μέσω των τεχνών να «φτιάξουμε» αυτό το επίπεδο που δεν υπάρχει στην Ελλάδα; Δηλαδή το επίπεδο της φαντασίας και της δημιουργίας; Ή μήπως θα ενταχθούμε όλοι μας στο πνεύμα του θετικισμού και του νεοφιλελευθερισμού;
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
