ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα «Δοκίμια» (Essais), γράφτηκαν πριν από σχεδόν 4,5 αιώνες από τον πρωτοπόρο Γάλλο στοχαστή Michel de Montaigne (1533-1592), με στόχο να διερευνήσει τις δοξασίες της εποχής του σχετικά με την ανθρώπινη φύση, αλλά και να αναδείξει τις ανθρωπογενείς καταστροφές που επιφέρουν αυτές οι δοξασίες στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και με τις άλλες μορφές ζωής του πλανήτη.

Πριν από μία εβδομάδα, παρουσιάσαμε το πρώτο μέρος της συνέντευξης που μας παραχώρησε ο Φίλιππος Δρακονταειδής σχετικά με τα προσωπικά και τα ιστορικά κίνητρα που τον οδήγησαν στην πολυετή επεξεργασία μίας δεύτερης, αναθεωρημένης και πληρέστερα σχολιασμένης μετάφρασης των «Δοκιμίων», η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Η συζήτηση που ακολουθεί είναι το δεύτερο μέρος αυτής της συνέντευξης.

 Η αρχαιοελληνική επιταγή «Γνώθι σαυτόν» γίνεται στον Μοντένι αντικείμενο διερώτησης: το επίμονο ερώτημα που διατρέχει όλα τα «Δοκίμια» είναι «Τι ξέρω;» (Que sais-je?). Που σημαίνει τι γνωρίζω πραγματικά και γιατί πρέπει να αποδέχομαι άκριτα ό,τι θεωρείται βέβαιο ή αληθές κάθε εποχή. Αν ο λόγος που θέτει αυτό το ερώτημα δεν είναι αμιγώς γνωσιολογικός, αλλά ανθρωπολογικός και πολιτικός, τότε μήπως είναι τελικά ηθικός με την έννοια της συνειδητής επιλογής της -εκάστοτε- αρμόζουσας συμπεριφοράς;

Το ερώτημα «Τι ξέρω;» είναι γνωσιολογικό, υπηρετεί όμως το ανθρωπολογικό σκέλος και του αποδίδει πολιτική διάσταση, όπως αποδεικνύεται από την πολιτική δραστηριότητα του Μοντένι ως δημάρχου του Μπορντό και ως συνομιλητή προσωπικοτήτων ολκής, που διαμόρφωσαν την πολιτική εξέλιξη της Γαλλίας σε πνεύμα συνεννόησης και ανοχής. Θέλω να πω πως ο Μοντένι συνέβαλε, αυθορμήτως στην αρχή και συνειδητά στη συνέχεια, στην κατανόηση και την αντιμετώπιση του πολιτικού-θρησκευτικού-κοινωνικού φανατισμού, αποδεχόμενος πως η μοναρχική ελέω Θεού δομή παρέμενε μεν απόλυτη, έβρισκε όμως δίπλα της και παράλληλα με την εξουσία της την πνευματική αντίθεση.

Ο Μοντένι πρωταγωνιστεί στη διαμόρφωση της συστημικής σκέψης, η οποία διακρίνει τον γαλλικό πολιτισμό και αιτιολογεί εν πολλοίς την πορεία του προς τον Διαφωτισμό, την Επανάσταση, τη Δημοκρατία, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Πρόκειται περί μιας μαχόμενης ηθικής επιλογής, συνειδητής και εξεταστικής ως προς την αρμόζουσα συμπεριφορά του ατόμου. Σημειωτέον ότι το ερώτημα «Τι ξέρω;» είναι μονίμως παρόν στον λόγο και στο ήθος του Μοντένι. Είναι η προϋπόθεση για την επιλογή της δέουσας πράξης στον δέοντα χρόνο.

 Ολα αυτά οδηγούν στο ερώτημα σχετικά με τις αντισυμβατικές ιδέες περί του θανάτου που διατυπώνει ο Μοντένι σε πολλά δοκίμιά του: ο φόβος του θανάτου δρα πάντοτε αλλοτριωτικά και έτσι γίνεται εργαλείο κάθε εξουσίας. Υποστηρίζει μάλιστα ότι κάθε γνώση θα πρέπει να είναι μαθητεία θανάτου. Γιατί μόνο αν οι άνθρωποι αντιμετωπίσουν συνειδητά τον φόβο τους για τον θάνατο κι αν πάψουν να επενδύουν σε κάποια μεταθανάτια ευδαιμονία, μπορούν να είναι ελεύθεροι και να ζουν αρμονικά μεταξύ τους και με τις άλλες μορφές ζωής;

Εκτιμώ πως πυρήνας της σκέψης του Μοντένι είναι το δοκίμιο 20 στο πρώτο βιβλίο, που φέρει τον τίτλο «Το φιλοσοφείν είναι μάθησις θανάτου». Να προσέξουμε ότι δεν κάνει λόγο περί της φιλοσοφίας του θανάτου, η οποία καταλήγει σε θεωρίες, σχολές και δόγματα, αλλά περί του φιλοσοφείν ως διαδικασίας για την απόκτηση της μάθησης -και όχι της εξήγησης ή της σκέψης- του θανάτου, ώστε να μη δεσμεύονται η ζωή και ο βίος μας από τον θάνατο. Ο ίδιος συνέβη να έχει εμπειρία θανάτου πέφτοντας από το άλογό του και περιγράφει τη συνειδητή ηρεμία του πνεύματός του μπροστά στο πέρας της ζωής. Την ίδια στιγμή, χωρίς να αποκλείει τη μεταθανάτια ευδαιμονία, δεν την υποστηρίζει ως ανταμοιβή. Αντίθετα συνδέει το αίσθημα και τον φόβο του θανάτου με κοινωνική πραγματικότητα του καιρού του. Εκεί εντάσσει και καταδικάζει τις μορφές θανάτου που επιβάλει η εξουσία, εκφράζοντας την απέχθειά του για δημόσιες εκτελέσεις και βασανιστήρια, τα οποία δεν τον ενοχλούν ως απόφαση και διαδικασία, αλλά ως πλήγματα σε βάρος του μεγαλείου της ζωής.

Εζησε στο μέσο πολέμων μεταξύ Καθολικών και Διαμαρτυρομένων, οι οποίοι κράτησαν δεκαετίες και αποτελούν παραδείγματα ασύλληπτης βιαιότητας· ας θυμηθούμε τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Ο ίδιος υπέστη τις συνέπειες των εκατέρωθεν εγκλημάτων, όταν δέχτηκε επίθεση στον πύργο του, κινδύνευσε θανάσιμα, έζησε για ένα διάστημα με την οικογένεια και το προσωπικό του υπό κατοχή. Η περιγραφή αυτού του γεγονότος στα «Δοκίμια» είναι δείγμα της αξίας της περιφρόνησης του θανάτου.

 Τα «Δοκίμια» γράφονται σε μια εποχή που ο αναγεννησιακός ανθρωπισμός, ακολουθώντας το πρότυπο του χριστιανισμού, διαφοροποιεί ρητά τους ανθρώπους από τις άλλες γήινες μορφές ζωής, και άρα τους νομιμοποιεί ως κυρίαρχους του πλανήτη. Εντούτοις, σε πολλά δοκίμια ο Μοντένι αμφισβητεί αυτό το κοντόφθαλμο ανθρωποκεντρικό μύθευμα. Πώς εξηγείς αυτή την πολύ πρόωρη -αλλά εντυπωσιακά διαυγή- οικολογική εικόνα του Μοντένι για τις καταστροφές που θα επιφέρει η νεωτερική ανθρωπότητα;

Δεν χρειάζεται να πω πολλά. Δεν υπάρχει ούτε μία λέξη στο έργο του που να κάνει λόγο για τον άνθρωπο ως κυρίαρχο των μορφών ζωής και του πλανήτη. Δεν παραλείπει να υπογραμμίσει το μεγαλείο του σύμπαντος κόσμου και την ταπεινότητά του ενώπιον αυτού του μεγαλείου. Βρίσκω πως όταν γράφει ότι η γάτα του παίζει μαζί του και όχι εκείνος με τη γάτα του, διατυπώνει το θαύμα συμβίωσης με τον κόσμο που τον τριγυρίζει. Και, όπως σωστά λες στην ερώτησή σου, εκφράζει τη θλίψη του για τις καταστροφικές και αυτοκτονικές τάσεις του ανθρώπου. Είχε μπροστά του τον κατακερματισμό της χριστιανοσύνης, ο οποίος του πρόσφερε αδιάσειστα επιχειρήματα απανθρωπισμού.

 Το 1983, παρουσίασες την πρώτη πλήρη ελληνική μετάφραση των «Δοκιμίων», που κυκλοφόρησε από τις εκδ. «Εστία». Σαράντα χρόνια μετά, ένιωσες ως αδήριτη ανάγκη να προτείνεις μια δεύτερη, πιο καλοδουλεμένη και ευρύτερα σχολιασμένη εκδοχή αυτού του «κλασικού» κειμένου. Θα έλεγε κανείς ότι η νέα εκδοχή που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, απευθύνεται σε ένα πολύ διαφορετικό αναγνωστικό κοινό, μιας άλλης… χώρας. Ποιο κοινό είχες στον νου σου όταν ετοίμαζες αυτή την ανανεωμένη εκδοχή;

Αγαπητέ Σπύρο, είσαι ο πρώτος που θέτει αυτή την ερώτηση με αυτό τον τρόπο. Αρκετά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, διαπίστωσα, ανατρέχοντας στις εγκυρότερες μεταφράσεις στις γλώσσες που γνωρίζω, πως δεν είχα κατανοήσει τη γλώσσα της εποχής του Μοντένι, ούτε το ιστορικό πλαίσιο των «Δοκιμίων». Αρχισα να μελετώ τα μεσαιωνικά, τα πρώιμα γαλλικά, τα τοπικά ιδιώματα, καθώς και το ιδίωμα του συγγραφέα, του οποίου η πρώτη γλώσσα ήταν τα λατινικά, να προστρέχω στην Ιστορία και να μεταφράζω εκ νέου, νιώθοντας ταυτόχρονα πως η καλή πρόθεση δεν αρκούσε και πρόσθετα εφόδια ήταν απαραίτητα. Αποφάσισα λοιπόν να προχωρήσω σε έρευνα μέσω μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών.

Οπως ανέμενα, κανένα ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν με δέχτηκε, προβάλλοντας γραφειοκρατικά επιχειρήματα πως το προπτυχιακό μου δίπλωμα από τη Σορβόνη δεν ίσχυε. Αποτάθηκα σε γαλλικά Πανεπιστήμια, πέντε από τα οποία έσπευσαν να με δεχτούν δίχως δίδακτρα. Προτίμησα το Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ, όπου υπάρχει η έδρα Κοραή. Ηταν τόση η βοήθεια της καθηγήτριάς μου, ώστε τελείωσα το τρίτομο διδακτορικό μου σε δύο χρόνια και κάτι. Υπέφερα βέβαια ώσπου να αναγνωριστεί, για επαγγελματικούς λόγους, από την ελληνική πολιτεία. Στο μεταξύ, η Γαλλία μού απένειμε τον τίτλο του Ιππότη της Τάξης Τεχνών και Γραμμάτων.

Ολοκλήρωσα τη δεύτερη εκδοχή της μετάφρασής μου στα επόμενα χρόνια. Διαπίστωσα τότε ότι είχα μπροστά μου ένα επιστημονικό κείμενο με λόγιες αναφορές, το κοινό του οποίου θα ήταν μόνο φοιτητές, ειδικοί περί τη λογοτεχνία και περί τον Μοντένι, μια ελίτ θα λέγαμε. Επιπλέον, καθώς η έρευνα των «Δοκιμίων» δεν έχει πάψει σε Πανεπιστήμια, ερευνητικές ομάδες, διεπιστημονικούς οργανισμούς, διέκρινα πως νέες βιβλιογραφικές αναφορές και ερμηνευτικές συμπληρώσεις ήταν αναγκαίες.

Τέλος, επειδή έχουμε απομακρυνθεί πια από τη γνώση και κατανόηση των λεγόμενων κλασικών κειμένων, σκέφτηκα να φέρω τον Μοντένι στην εποχή μας με επεξηγηματικές υποσημειώσεις, πρόσθετα σχόλια και ιστορικά δεδομένα. Για να δώσω ένα παράδειγμα, εκεί όπου ο Μοντένι αναφέρει τον Ρωμαίο ποιητή Τίβουλο, έβαλα υποσελίδια σημείωση ποιος ήταν ο Τίβουλος, ποιος ο βίος του, ποια η αξία του, ποια η σχέση του με το κείμενο του συγγραφέα.

Η νέα έκδοση απευθύνεται, με άλλα λόγια, στον φιλοπερίεργο, στον επαρκή αναγνώστη, που ζει σε αυτή την άλλη χώρα. Εξάλλου, όταν μιλήσαμε γι’ αυτήν την τελική εκδοχή, εσύ ενθουσιαστικές με αυτές τις αλλαγές και είχες την καλοσύνη να την εισηγηθείς στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Σήμερα, αποφεύγω να φυλλομετρήσω αυτή την έκδοση, φοβάμαι μήπως βρω αφορμές για προσθήκες.


Ο Φίλιππος Δρακονταειδής γεννήθηκε το 1940 στη Χαλκίδα. Ο πατέρας του, ενεργό μέλος της Εθνικής Αντίστασης, εκτελέστηκε τον Απρίλιο του 1944.

Το 1958 αποφοίτησε από το Βαρβάκειο, εισέρχεται στην Ανωτάτη Εμπορική, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Το 1968 ολοκλήρωσε πτυχιακές σπουδές Φιλολογίας και Ιστορίας στη Σορβόνη. 

Το 1995 έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ και το 1997 το διδακτορικό με θέμα τη σχέση των «Δοκιμίων» με την αρχαιοελληνική γραμματεία-φιλοσοφία. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1962, δημοσιεύοντας διάφορα λογοτεχνικά έργα και αξιόλογες μεταφράσεις.