Παρότι το ζήτημα του οριστικού επαναπατρισμού των Γλυπτών του Παρθενώνα έχει αποκλειστεί από την πλευρά του Βρετανικού Μουσείου, οι συνομιλίες με την ελληνική πλευρά συνεχίζονται και αφορούν μια «νέα ρύθμιση», αποκάλυψε ο διευθυντής του μουσείου, Τζορτζ Οσμπορν, σε συνέντευξή του στο BBC Radio, τα βασικά σημεία της οποίας δημοσίευσε το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters.
Η δημοσιοποίηση των συνομιλιών που συνεχίζονται κατά τα φαινόμενα μεταξύ του Οσμπορν και του Κυριάκου Μητσοτάκη (ξέρουμε ότι η διαπραγμάτευση γίνεται αποκλειστικά με τον Ελληνα πρωθυπουργό, χωρίς να εμπλέκεται ουδείς καθ’ ύλην αρμόδιος) εκθέτει την «ελληνική πλευρά». Η τελευταία φέρεται να εξακολουθεί να συζητά έναν ενδεχόμενο «δανεισμό» κι αυτό παρότι έχει ειπωθεί με όλους τους τόνους ότι ο «δανεισμός» προϋποθέτει αναγνώριση της κυριότητας, είναι δηλαδή ολέθρια επιλογή απέναντι στο αίτημα της χώρας, αλλά και παρότι έχει διαψευσθεί τον τελευταίο καιρό από την υπουργό Πολιτισμού ότι οι διαπραγματεύσεις μπορεί να αφορούν και μια τέτοια «λύση».
Να όμως που την κ. Μενδώνη και όσα δημοσίως έχει διαψεύσει τα… διέψευσε με τη σειρά του ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου σ’ αυτή του τη συνέντευξη: «Το θέμα είναι πολύ δύσκολο να λυθεί», είπε ο Οσμπορν στο BBC Radio. «Αλλά νομίζω ότι υπάρχει μια “διέξοδος” με την ταυτόχρονη έκθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα σε Λονδίνο και Αθήνα και αυτό θα είναι μια λύση win-win για την Ελλάδα και για εμάς», τόνισε. Οταν ρωτήθηκε αν αυτό σημαίνει δανεισμό, είπε ξεκάθαρα: «Συζητάμε με την ελληνική κυβέρνηση γι’ αυτό, για μια νέα ρύθμιση – και αυτό που δεν θα ήθελα να κάνω είναι να αναγκάσω τους Ελληνες να δεχτούν πράγματα που θεωρούν αδύνατα, όπως και η Ελλάδα δεν μπορεί να μας επιβάλει πράγματα που θα θεωρούσαμε εμείς αδύνατα».
Οχι μόνον επανέρχεται λοιπόν το θέμα του δανεισμού, αλλά πιθανότατα επανέρχεται και η ιδέα για τη δημιουργία παραρτήματος του Βρετανικού Μουσείου στην Ελλάδα, από τα επίσημα χείλη του Οσμπορν, που διαβεβαιώνει ότι μια τέτοια πρόταση είναι ακόμα επάνω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τέλη Ιανουαρίου, να θυμίσουμε, οι Times του Λονδίνου σε δημοσίευμά τους, επικαλούμενοι πληροφορίες από «υψηλόβαθμο Ελληνα αξιωματούχο», αναφέρονταν στην ενδεχόμενη δημιουργία «παραρτήματος» («annexe») του Βρετανικού Μουσείου στην Αθήνα και στην εκ περιτροπής παρουσίαση αρχαιοτήτων στις δύο χώρες πριν από το τέλος του 2023. Η ελληνική τους πηγή δήλωνε μάλιστα ό,τι είπε τώρα και ο Οσμπορν: «Εργαζόμαστε πάνω σε μια ευρεία και μακρόχρονη πολιτιστική συμφωνία, που θα περιλαμβάνει την ανταλλαγή και την εναλλαγή ιστορικών αντικειμένων μεταξύ Ελλάδας και Βρετανικού Μουσείου. Αυτό εννοούμε όταν μιλάμε για συμφωνία “win-win”». Μιλώντας τότε στην «Καθημερινή» όμως, «ελληνική κυβερνητική πηγή που χειρίζεται τις διαπραγματεύσεις απέκλεισε τέτοιο ενδεχόμενο».
«Η θέση μας ήταν και παραμένει εθνική, ομόφωνη, ομόθυμη, αμετάβλητη και σαφής. Δεν αναγνωρίζουμε δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής επί των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο, καθώς αποτελούν προϊόν κλοπής. Τίποτα δεν έχει αλλάξει από τη θέση μας αυτή. Η Ελλάδα υποχρεούται συνταγματικά και νομιμοποιείται ηθικά να αξιώνει και να επιδιώκει με κάθε νόμιμο και πρόσφορο μέσο την οριστική, μόνιμη και αμετάκλητη επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα προς επανόρθωση του δικαίου και της ηθικής τάξης και κυρίως προς αποκατάσταση της ακεραιότητας του μνημείου», είχε επισημάνει λίγες μέρες μετά και η υπουργός Πολιτισμού στη Βουλή.
Να όμως που οι τωρινές δηλώσεις του ίδιου του διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Οσμπορν, τους εκθέτουν όλους. Και μια μορφή «δανεισμού» συζητείται και η ιδέα του παραρτήματος συζητείται. Το μόνο που δεν συζητείται είναι η οριστική επιστροφή των Γλυπτών: Ο Τζορτζ Οσμπορν απέκλεισε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο τα Γλυπτά θα μπορούσαν να παραδοθούν στην Ελλάδα οριστικά, λέγοντας ότι θα χρειαζόταν αλλαγή της βρετανικής νομοθεσίας. «Αν θέλαμε», είπε «να στείλουμε πίσω όλα τα Ελγίνεια Μάρμαρα, τότε αυτό θα απαιτούσε μια πράξη του Κοινοβουλίου, κάτι που θα ήταν πέρα από τις αρμοδιότητές μου. Αλλά αυτό που μπορεί να κάνει το μουσείο είναι να προσπαθήσει να δημιουργήσει μια νέα σχέση με την Ελλάδα». Και πρόσθεσε: «Είμαι αρκετά αισιόδοξος». Πάντως μ’ αυτά και μ’ αυτά εκείνος μπορεί να είναι αισιόδοξος, εμείς πάλι όχι.
