ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βίκυ Καπετανοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καθοριστική για το πολιτικό μέλλον του Ταγίπ Ερντογάν θα αποδειχτεί η διαχείριση της πελώριας κρίσης που προκάλεσε η τραγωδία των δύο φονικών σεισμών της Δευτέρας στην Τουρκία και τη Συρία, καθώς μέρα μέρα σβήνουν οι ελπίδες για ανάσυρση επιζώντων από τους ατέλειωτους σωρούς ερειπίων των χιλιάδων κτιρίων που έχουν καταρρεύσει και ο συνταρακτικός αριθμός των νεκρών συνεχίζει να ανεβαίνει κατακόρυφα, έχοντας ξεπεράσει μέχρι χθες βράδυ τους 12.000 και στις δύο χώρες – πάνω από 9.000 μόνο στη γείτονα.

«Φυσικά υπάρχουν ανεπάρκειες. Οι συνθήκες είναι ολοφάνερες. Δεν είναι δυνατό να είναι κάποιος έτοιμος για μια καταστροφή σαν κι αυτή», δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος στη διάρκεια της χθεσινής του επίσκεψης στις πληγείσες επαρχίες Καχραμανμαράς και Χατάι, αναγνωρίζοντας ότι υπήρξαν αρρυθμίες στην αρχική αντιμετώπιση της εφιαλτικής κατάστασης, οι οποίες ξεπεράστηκαν, όπως ισχυρίστηκε, αποδίδοντάς τες σε προβλήματα στους δρόμους, τα αεροδρόμια και τη διανομή καυσίμων.

Ηταν ουσιαστικά η πρώτη του απάντηση στην όλο και οξύτερη κριτική που δέχεται πλέον από πολίτες αλλά και την αντιπολίτευση -τρεις μήνες πριν από τις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές της 14ης Μαΐου- για ολιγωρία της κυβέρνησης και μοιραία καθυστέρηση του κρατικού μηχανισμού να οργανώσει επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης παγιδευμένων στα χαλάσματα αλλά και να προμηθεύσει τους εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια, σεισμοπαθείς και άστεγους με βασικά είδη πρώτης ανάγκης.

Στην αντεπίθεση

«Αυτή είναι η ώρα για ενότητα, αλληλεγγύη», συμπλήρωσε ο Ερντογάν, παίζοντας το κλασικό χαρτί της ομοψυχίας του τουρκικού έθνους απέναντι στον όλεθρο που έφερε ο Εγκέλαδος και εμφανίζοντας την κυβέρνησή του άμοιρη ευθυνών. «Σε μια περίοδο σαν κι αυτή, δεν μπορώ να ανεχτώ τους ανθρώπους που κάνουν αρνητικές εκστρατείες για πολιτικό συμφέρον», συνέχισε περνώντας στην αντεπίθεση και τάζοντας ψηφοθηρικά την κατασκευή νέων σπιτιών για τους σεισμοπαθείς μέσα σε έναν χρόνο.

Κάλεσε μάλιστα τον κόσμο να αγνοήσει τους «προβοκάτορες» που διαδίδουν fake news για εγκληματικές ευθύνες και έλλειμμα προετοιμασίας του κράτους, όσο και για αργή ανταπόκριση στη διάσωση ζωών εγκλωβισμένων. Διόλου τυχαία, οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν και άλλα άτομα που ανάρτησαν μηνύματα διαμαρτυρίας στα social media, επιβάλλοντας χθες νέο μπλακάουτ στο twitter, το οποίο βρίθει πια από καταγγελίες για απουσία σωστικών συνεργείων σε σεισμόπληκτες περιοχές, έρευνες πολιτών με γυμνά χέρια, στην απελπισμένη προσπάθεια να βρουν δικούς τους ανθρώπους στα συντρίμμια, και διαμονή οικογενειών με παιδιά στο ύπαιθρο ή σε αυτοκίνητα μέσα στην παγωνιά, χωρίς ζωτικά εφόδια.

Το μέλλον του Ερντογάν κρίνεται στα χαλάσματα

«Που είναι οι σκηνές, που είναι τα φορτηγά με τρόφιμα;», αναρωτιόταν μέσω του Reuters η 64χρονη Μελέκ, στην πόλη Αντάκια. «Επιζήσαμε του σεισμού, αλλά θα πεθάνουμε εδώ από την πείνα και το κρύο»… Πτώματα στοιβάζονται αναγκαστικά όπου βρεθεί κατάλληλος χώρος, ενώ εκτιμάται ότι τα κατεστραμμένα και ισοπεδωμένα κτίρια -τάφοι για αδιευκρίνιστο ακόμα αριθμό θυμάτων- ανέρχονται κατά προσέγγιση σε 64.000. Οι δε τραυματίες ξεπερνούν τους 30.000.

«Μεγάλο μέρος της οργής επικεντρώνεται επίσης σε έναν “φόρο σεισμού” που εισπράχθηκε από την τουρκική κυβέρνηση πριν από δύο και πλέον δεκαετίες», έγραφε ρεπορτάζ της Guardian. «Η εισφορά, που υπολογίζεται σε 88 δισ. τουρκικές λίρες (3,8 δισ. στερλίνες), είχε εισπραχθεί το 1999 -αφότου περισσότεροι από 17.000 άνθρωποι είχαν σκοτωθεί σε έναν άλλο ισχυρό σεισμό στη βορειοδυτική Τουρκία- και προοριζόταν να δαπανηθεί για την πρόληψη καταστροφών και την καλύτερη παροχή υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης. Υπάρχουν όμως ελάχιστες διαθέσιμες πληροφορίες για το πώς χρησιμοποιήθηκε»…

Εν μέσω παρατεταμένης δε οικονομικής, πληθωριστικής και νομισματικής κρίσης στη γείτονα, νέος πολιτικός μετασεισμός για τον Ερντογάν ήρθε από το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο, έχοντας καταγράψει σημαντικές απώλειες, ανακοίνωσε χθες ότι διακόπτει τη λειτουργία του για πέντε μέρες -πρώτη φορά από τον φονικό σεισμό της Νικομήδειας το 1999-, λόγω «αυξημένης αστάθειας και μεγάλων διακυμάνσεων των τιμών» των μετοχών, μετά το διπλό χτύπημα του Εγκέλαδου την περασμένη Δευτέρα.

Κι ενώ εξακολουθεί να καταφτάνει αθρόα η βοήθεια στην Τουρκία από δεκάδες κράτη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ε.Ε., στη δύσμοιρη Συρία -καταρρακωμένη από τον 12ετή σχεδόν εμφύλιο πόλεμο και απομονωμένη από τη Δύση, που της έχει επιβάλει αυστηρές κυρώσεις-, χώρες-σύμμαχοι του Μπασάρ αλ Ασαντ, όπως Ρωσία και Ιράν, στέλνουν βοήθεια και σωστικά συνεργεία στις σεισμόπληκτες περιοχές που ελέγχει το καθεστώς.

Στη βορειοδυτική επαρχία Ιντλιμπ ωστόσο, που βρίσκεται υπό τον έλεγχο ισλαμιστών ανταρτών, τα πράγματα πηγαίνουν από το πολύ κακό στο τραγικά χειρότερο, με αμέτρητους ανθρώπους να παραμένουν κάτω από χαλάσματα κτιρίων και ελάχιστα σωστικά συνεργεία να αδυνατούν να ανταποκριθούν για να τους ανασύρουν ζωντανούς, πόσο μάλλον μέσα σε συνθήκες ψύχους.

Γιατροί και εφόδια

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας -που στέλνει επειγόντως γιατρούς και εφόδια και στις δύο σεισμόπληκτες χώρες- προειδοποίησε χθες πως η κατάσταση, ειδικά στη Συρία, εξελίσσεται εφιαλτικά, χωρίς να κρύβει την ανησυχία του ακόμα και για νέα ξεσπάσματα χολέρας και ιλαράς.

«Διατρέχουμε πραγματικό κίνδυνο να δούμε μια δευτερογενή καταστροφή, που μπορεί να βλάψει ακόμα περισσότερους ανθρώπους από την αρχική καταστροφή, αν δεν κινηθούμε με τον ίδιο ρυθμό και την ίδια ένταση, όπως κάνουμε στην έρευνα και τη διάσωση», διαμήνυσε ο Ρόμπερτ Χόλντεν, υψηλόβαθμο στέλεχος του ΠΟΥ.

«Αυτό δεν είναι εύκολο έργο. Η κλίμακα της επιχείρησης είναι τεράστια». Με τους νεκρούς στη βόρεια Συρία να αγγίζουν τους 3.000 και τις καταστροφές να είναι εκτεταμένες, το καθεστώς Ασαντ -που καταγγέλλεται ότι παίζει κυνικά πολιτικά παιχνίδια με την ανθρωπιστική βοήθεια, επιμένοντας να αναλάβει ακέραια την ευθύνη για τη διανομή της ακόμα και στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές, στις οποίες δεν θα φτάσει ποτέ πιθανότατα- ζήτησε χθες πρώτη φορά αρωγή από την Ε.Ε. και συγκεκριμένα την ενεργοποίηση του μηχανισμού πολιτικής προστασίας. Σε πρώτη φάση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανήγγειλε την παροχή επείγουσας βοήθειας σε Τουρκία και Συρία, ύψους 6,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς και τη διοργάνωση διάσκεψης δωρητών και για τις δύο χώρες τον Μάρτιο.