ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αντί για Γιάβορα, θα μπορούσε κανείς να λέει μπλε. Πάντα ακτινοβολούσε μπλε, αιθέριο γαλάζιο, γλαυκό. Ειδικά όταν ντυνόταν σε μπλε και λευκό, τότε τα μάτια της και ο κόσμος έσμιγαν κάπως…»

Ενα παράξενο βιβλίο, «Οι μητέρες», της Βουλγάρας συγγραφέα Τεοντόρα Ντίμοβα κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εναστρον σε μετάφραση της Μπλαγκορόντα Φίλεβσκα-Πανάγου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως διαβάζει ένα θεατρικό έργο.

Η συγγραφέας του είναι άλλωστε μια πολύ γνωστή θεατρική συγγραφέας στη χώρα της και όχι μόνο. «Οι μητέρες» κέρδισαν το Βραβείο Λογοτεχνίας Ανατολικής Ευρώπης το 2006 και έκτοτε κυκλοφορήσαν σε εννέα γλώσσες. Οπως και άλλα βιβλία της Ντίμοβα. Στη χώρα μας μεταφράζεται για πρώτη φορά, μολονότι είναι από τις πιο διάσημες σύγχρονες βαλκανικές λογοτεχνικές φωνές.

Ξεκινώντας να διαβάζεις το βιβλίο μεταφέρεσαι στη μετακομμουνιστική Βουλγαρία, όπου οι ζωές επτά εφήβων, μαθητών στο ίδιο Λύκειο, διασταυρώνονται μέσα στο χάος που τους περιβάλλει και σε τοξικά οικογενειακά περιβάλλοντα.

Η Αντρέγια, η Λία, η Ντάνα, ο Αλεξάντερ, ο Νικόλα, ο Ντεγιάν και η Καλίνα ζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, τα βάσανα μιας δύσκολης ηλικίας και την εγκατάλειψή των γονιών τους. Μέσα σε αυτό το χάος, το όνειρο μιας καλύτερης ζωής ενσαρκώνει η Γιάβορα, μια συμμαθήτριά τους που ξέρει πώς να ακούει και να γιατρεύει όλες τις πληγές. Είναι αυτή που όλοι πιστεύουν πως έχει τη δύναμη να τους σώσει.

Ομως τελικά φαίνεται πως οι έφηβοι ήρωες του βιβλίου θα βγουν μεταμορφωμένοι από αυτήν τη σχέση. Σε μια τοπική κοινωνία όπου υπάρχει ανεξήγητη βία ο αναγνώστης σύντομα καταλαβαίνει πως έχουν ξεπεραστεί όλα τα όρια. Το μυθιστόρημα εγείρει πολλά ερωτήματα για το περίφημο μητρικό ένστικτο.

Μπορεί μια γυναίκα που ζει μέσα στην ανισορροπία ή την παραβατικότητα να γίνει μητέρα; Η γραφή της Ντίμοβα, με ξέφρενο ρυθμό, χειμαρρώδης σε μεγάλο βαθμό, κόβει σε πολλά σημεία την ανάσα, ταρακουνά τις συμβάσεις και μας αφήνει αναστατωμένους και άφωνους για τη βία που μπορεί να υπάρχει εντός και εκτός των τοίχων ενός σπιτιού.

Πρέπει όμως να σκεφτεί κανείς και το πλαίσιο, την ιστορική στιγμή, που συμβαίνουν όλα όσα διαβάζουμε. Η δεκαετία του 1990 ήταν πολύ δύσκολη σε ολόκληρο τον μετασοβιετικό χώρο, συμπεριλαμβανομένων των χωρών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Στο βιβλίο αυτό η Βουλγάρα συγγραφέας μάς μιλά για παιδιά που γεννήθηκαν εκείνη την πολύ δύσκολη εποχή. Οι γονείς δεν έχουν τον χρόνο ή την ενέργεια να φροντίσουν τα παιδιά τους, τα αφήνουν απροστάτευτα με όλες τις επακόλουθες συνέπειες, ενώ εκείνοι έπρεπε να παλέψουν για ένα κομμάτι ψωμί και για μια αξιοπρεπή εργασία. Και σε αυτόν τον εξαντλητικό αγώνα για «επιβίωση» (σωματική και πνευματική), οι ενήλικοι δεν ασχολούνται με τους «μικρούς».

Τους στερούν το μοναδικό στήριγμα: την αγάπη τους. Χάρη στις προσπάθειες της Γιάβορα αρχίζουν να προσαρμόζονται στο κοινωνικό περιβάλλον σε έναν βαθμό. Αλλά εκείνο που δεν μπορεί να νικηθεί είναι η κατάφορη κυνικότητα της εποχής που έτυχε να γεννηθούν. Δεν μπορεί να νικηθεί ούτε από μια «μεσσία». Η εποχή λειτουργεί σαν καταλύτης στο τέλος του μυθιστορήματος, όπου οι επτά ιστορίες ενώνονται.

Ιστορίες που σε ξαφνιάζουν για την τόλμη και το θάρρος να θέσουν με πρωτότυπο τρόπο σημαντικά προβλήματα των ενδοοικογενειακών σχέσεων που βλέπουμε να κυριαρχούν στην επικαιρότητα και σήμερα: σχέσεις γονέα – παιδιού, νεανική παραβατικότητα, ανατροφή των παιδιών, τη θέση της γυναίκας-μητέρας στην κοινωνία.

Η μεταφράστρια του βιβλίου ομολογεί με έμφαση πως «Οι μητέρες» είναι ένα δύσκολο στη μετάφραση βιβλίο, λόγω της πυκνότητας της γλώσσας του και της πλοκής του. Θα συμφωνήσω μαζί της· η Ντίμοβα πολλές φορές με άναρχο τρόπο σπάει με το λογοτεχνικό σφυρί της την υποκριτική κοινωνία της Σόφιας, αλλά και οποιασδήποτε άλλης πόλης, που συντηρεί την παθολογία της μέσα στην αποξένωση, τη σκληρότητα, την έλλειψη αγάπης, στοργής και ενσυναίσθησης.

Συγκλονιστική η κατάθεση-επίμετρο του Βούλγαρου ποιητή και εκδότη Ρούμεν Μπαρόσοβ. Αφήνω για το τέλος δυο λόγια του: «Γυρίζεις την τελευταία σελίδα και σε κατακλύζει η αίσθηση ενοχής, και αρχίζεις να νιώθεις πάνω σου το στίγμα της ντροπής – για τη συναυτουργία σου στην πραγματοποίηση μιας ακόμη “σταύρωσης” στην ιστορία της ανθρωπότητας. Εκεί, σε ένα παρκάκι της γειτονιάς στο κέντρο της Σόφιας. Το αίμα του θύματος ήδη απορροφάται από το δέρμα των δακτύλων, με τα οποία κρατάς ακόμα το βιβλίο».