Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κ`, 68-69, Ο Αγαμέμνων προς τον Μενέλαο: πατρόθεν ἐκ γενεῆς ὀνομάζων ἄνδρα ἕκαστον πάντας κυδαίνων· μηδὲ μεγαλίζεο θυμῷ, Σε όλους μίλα ευγενικά και λέγε τ’ όνομα τους, τ` όνομα του πατέρα τους και την καταγωγή τους. Να μη μεγαλοπιάνεσαι και έπαρση μην έχεις.

Σωκράτης: Τους μεν κενούς ασκούς η πνοή διίστησι, τους δε ανόητους, το οίημα. Τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας. Τους ανόητους, η έπαρση.

Ιλιάς, Κ`, 1- 167.

Οι δοξασμένοι αρχηγοί των Αχαιών κοιμήθηκαν όλη τη νύχτα κοντά στα πλοία τους για να μην τους αιφνιδιάσει ο ιδιοφυής Έκτορας. Μόνο ο αρχηγός Αγαμέμνων ξαγρυπνούσε στην κλίνη του έχοντας τη σκέψη στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με την αποχή του Αχιλλέα και την επιθετικότητα του Έκτορα. Η ψυχή του Αγαμέμνονα πάλευε, πήγαινε από το ένα στο άλλο, από το καλό στο κακό, από την ένδοξη και τιμητική νίκη στην ντροπιαστική ήττα, από το καυτό στο δροσερό θυμίζοντας τις συνεχώς μεταβαλλόμενες διαθέσεις του ουράνιου Δία που από τον κατακλυσμό πάει στη βροχούλα, στο χαλάζι, στο χιόνι ή στην καταιγίδα. Ο μέγας νεφελοσυντάκτης Ζευς τάραζε τον ψυχισμό του και σκεφτόταν λίγο το στρατόπεδο των Τρώων, λίγο το δικό του στρατό. Με μεγάλη ταραχή και αγανάκτηση αναφερόταν στον Δία τραβώντας τα μαλλιά μου με μανία.

Απελπισμένος σκέφτηκε στον Νέστορα να πάει αφού εκείνος πάντοτε με σωφροσύνη λύνει όλα τους τα προβλήματα όσο βαριά κι αν είναι. Κάτι εκείνος θα σκεφτεί για να σωθούν και πάλι. Σηκώθηκε και φόρεσε τον όμορφο χιτώνα και τα σανδάλια έδεσε στα δυνατά του πόδια. Γούνα μεγάλου λιονταριού ακούμπησε στους ώμους και έπιασε στο χέρι του το φονικό κοντάρι.

Ξάγρυπνος κι ο Μενέλαος πέρασε αυτή τη νύχτα και σκέψεις τον βασάνιζαν πως για δική του χάρη οι Έλληνες διασχίσανε πελάγη και πελάγη και εδώ βρεθήκαν όλοι τους να πολεμούν τους Τρώες που μέσα στα μπεντένια τους κρατούσαν την Ελένη. Έριξε εις τους ώμους του γούνα λεοπαρδάλης και στο κεφάλι πέρασε τ` αστραφτερό του κράνος από υπέρλαμπρο χαλκό που βέλη δεν τρυπούσαν. Πήρε στο χέρι και αυτός το δόρυ του το μέγα και πήγε δίπλα για να βρει τον αδελφό του Ατρείδη.

« Αχ αδελφέ Μενέλαε ο Δίας μας οργίσθει και πιο πολύ στον Έκτορα θέλει να παραστέκει. Τώρα τους Τρώες βοηθά που πάτησαν τους νόμους που στους ανθρώπους έφερε ο Δίας ο αφέντης.

50. Άδικα ο Έκτωρ χαίρεται την εύνοια του Δία, ούτε θεού ούτε θεάς γόνος αυτός δεν είναι και τόσα έκανε κακά σε όλους μας εκείνος που θα περάσουνε καιροί πολλοί να ξεχαστούνε. Πήγαινε ω Μενέλαε γενναίε αδελφέ μου, σύρε να βρεις τον Αίαντα και τον Ιδομενέα. Πες τους να έλθουν να τους δω και να μας πουν μια γνώμη. Εγώ θα βρω το βασιλιά τον Νέστορα τον θείο απόφαση να βγάλουμε για την κατάσταση μας.

Είχαμε τοποθετήσει αρχηγούς της νυκτερινής φρουράς το γιο του Νέστορα και τον υπαρχηγό των Κρητικών Μηριόνη. Έτσι από τον Νέστορα και τον Ιδομενέα θα μάθουμε τα νέα της βραδινής φρουράς. Μείνε εδώ μαζί τους μη φύγεις και χαθούμε ψάχνοντας ο ένας τον άλλον στους χαοτικούς δρόμους του στρατεύματος. Όταν θα επιστρέψω από την πρωινή περιπολία, θα σπεύσω να σε βρω να οργανωθούμε.

Όλοι να μείνουν άγρυπνοι, και κάλεσε τους όλους

με του πατέρα τ’ όνομα και με τη γενεά τους,

τιμώντας και το όνομα, πατέρα και πατρίδα. Ποτέ καλέ μου αδελφέ μη δείχνεις μεγαλείο και έπαρση στους άντρες μας όσ` άγνωστοι κι αν είναι.».

Ο Αγαμέμνων ξεπροβόδισε τον Μενέλαο και ο ίδιος πήγε στο Νέστορα που τον βρήκε να κοιμάται. Δίπλα στην όμορφη κλίνη του είχε τα τιμημένα, ανίκητα όπλα του. Έλαμπε η αστραφτερή περικεφαλαία, δίπλα σε δυο δόρατα και μιαν καλοφτιαγμένη, στέρεη και όμορφη ασπίδα. Εκεί ήταν και η πολεμική του ζώνη που πάντα φορούσε στις μάχες. Ο Νέστορας ανασηκώθηκε, στηρίχτηκε στον αγκώνα και είπε:

« Ποιος είσαι άντρα δυνατέ που πριν να ξημερώσει, ξάγρυπνος μέσα στη νυχτιά κάνεις περιπολία; Μη πλησιάζεις, μίλα μου, ποια σ` έφερε ανάγκη;».

« Νέστορα πάνσοφε, τρανέ, ατρόμητε στη μάχη, μη σκιάζεσαι που βρέθηκα εδώ μέσα στη νύχτα. Είμαι ο Αγαμέμνονας και ύπνος δε με πιάνει με τόσα βάσανα πολλά που μας μοιράζει ο Δίας. Τρομάζω για την τύχη μας και η καρδιά μου φεύγει με τρόμο από τα στήθη μου σαν το κακό λογιάζω. Σήκω καλέ μου σύντροφε να πάμε στους φρουρούς μας για να τους εμψυχώσουμε στην τόση κούραση τους. Να μάθουμε τι άκουσαν, τι είδαν, τι νομίζουν, τι ετοιμάζουν οι εχθροί μέσα στη μαύρη νύχτα.

Κ`, 100. Για σκέψου σύντροφε καλέ τον πόλεμο ν` αρχίσουν τώρα που όλοι μας εδώ κοιμόμαστε ακόμα.».

Ο Νέστορας απάντησε και είπε στον Ατρείδη: « Ω μέγα Αγαμέμνονα, Ατρείδη δοξασμένε μη νοιάζεσαι και άφησε τον Έκτορα τον μέγα ο Δίας να τον χειριστεί όπως εκείνος ξέρει. Και δε νομίζω πως πολύ θα του σταθεί ακόμα. Αν όμως και ο Αχιλλεύς ξεχάσει τον θυμό του και επιστρέψει εδώ σε μας κανένας πια δε σώζει τον Έκτορα και τον στρατό, τα τείχη και την πόλη και με του Δία τη βουλή αυτοί θα νικηθούνε. Πρόθυμα σε ακολουθώ μέσα στη μαύρη νύκτα. Να έλθουνε μαζί με μας ο Αίας κι ο Οδυσσέας κι ο Διομήδης ο τρανός που φόβο δε γνωρίζει. Μαζί μας να φωνάξουμε τον Μέγη του Φυλέα. Να βρούμε τον πιο γρήγορα στα πόδια, τώρα αμέσως, να σπεύσει να καλέσει εδώ τον Αίαντα τον «πύργο» και τον μεγάλο κρητικό τον θείο Ιδομενέα που έχουν εγκατασταθεί μακριά πολύ στην άκρη. Ατρείδη Αγαμέμνονα που είναι ο αδελφός σου εσύ τη νύκτα σου περνάς χωρίς να κλείσεις μάτι κι εκείνος χαίρεται πολύ τον ύπνο του δικαίου. Με συγχωρείς ω αρχηγέ αλλά θα τον μαλώσω κι ας νιώθω σεβασμό γι` αυτόν και μια μεγάλη αγάπη. Έπρεπε να `ναι δίπλα μας αυτή τη μαύρη ώρα».

Αμέσως του απάντησε ο αρχηγός Ατρείδης:

« Νέστορα φίλε μου σοφέ πολλές φορές ο ίδιος εγώ σε παρακίνησα εσύ να τον ελέγξεις γιατί ξεχνιέται κι είναι αργός κι έχει ρυθμούς δικούς του και φαίνεται ν` αδιαφορεί για όσα μας συμβαίνουν. Όμως δεν είναι οκνηρός ούτε αλλοπαρμένος και πάντα με ακολουθεί και ότι λέω πράττει. Πάντα προσβλέπει σε εμέ και πάντα περιμένει εγώ να κάνω την αρχή κι αυτός ν` ακολουθήσει. Αυτό όμως δεν έγινε γιατί εκείνος πρώτος ήλθε πολύ ανήσυχος πριν λίγο στη σκηνή μου. Αμέσως τον διέταξα τους άλλους να καλέσει κι όλοι μαζί να πάρουμε απόφαση σπουδαία».

Ο Νέστορας, ο γητευτής των αλόγων, απάντησε αμέσως στον Αγαμέμνονα:

« Όλοι θα υπακούσουνε τα λόγια σου Ατρείδη που θα τους μεταφέρει ο αδελφός σου ο Μενέλαος. Κανείς δεν θα θυμώσει, ούτε θα ενοχληθεί, που θα χάσει τον ύπνο του».

Ο σοφός Νέστωρ φόρεσε τον χιτώνα του και τα καλοδουλεμένα σανδάλια του. Στους ώμους στερέωσε με περόνη το επανωφόρι του, διπλόφαρδο, χνουδωτό, όμορφο σαν γούνα. Α*, Β*. Χούφτωσε το αιχμηρό κοντάρι του και έφτασε γρήγορα στη σκηνή του Οδυσσέα φωνάζοντας του να βγει έξω.

«Ποια η ανάγκη σύντροφοι που μας ξυπνάτε όλους μέσα στη μαύρη τη νυχτιά, τι τρέχει, τι συμβαίνει;

Και ο σοφός ο Νέστορας ο αλογολάτης είπε:

«Γιε του Λαέρτη άρχοντα, πολύτεχνε Οδυσσέα, συμπάθα τη βιασύνη μας μα για καλό μας είναι. Έλα κι εσύ μαζί με μας, όλοι να συσκεφθούμε, γιατί μεγίστη απόφαση θα πάρουμε αντάμα: Θα μείνουμε στον πόλεμο ή πίσω εμείς θα πάμε στις όμορφες τις χώρες μας και στις δικολογιές μας».

Κ`,150. Αφού ντύθηκε ο Οδυσσέας πήγε μαζί τους και τράβηξαν για τη σκηνή του Διομήδη ο οποίος κοιμόταν με την πολεμική του στολή δίπλα στα όπλα του για να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή. Το στρώμα του ήταν προβιά βοδιού καλοθρεμμένου κι είχε για προσκεφάλι του διπλωμένο καλοϋφασμένο τάπητα. Γύρω κοιμόταν οι υπασπιστές του με τις ασπίδες τους προσκεφάλια. Ακόμα και στον ύπνο τους πολεμούσαν οι σύντροφοι του Διομήδη. Είχαν μπήξει ανάποδα τα κοντάρια τους στη γη και στραφτάλιζαν οι αιχμηρές τους ακμές και τα χάλκινα σώματα τους σαν τις αστραπές του Δία.

Ο Νέστορας σκούντηξε τον Διομήδη με το πόδι του και του είπε:

« Έ Διομήδη ανίκητε, σε νίκησε ο ύπνος, ακόμα δεν τον χόρτασες, σήκω να μαζευτούμε. Όλοι να συζητήσουμε και λύση εμείς να βρούμε για όλα τα δυσάρεστα που μας συμβαίνουν τώρα. Απόφαση να πάρουμε για όλους και για όλα. Σήκω γιατί ο Έκτορας σιμώνει στο στρατό μας».

« Ω Νέστορα ακούραστε, αναπαμό δεν έχεις. Δεν βρέθηκαν νεότεροι να κάνουν όσα κάνεις και τρέχεις αξημέρωτα όλους να μας σηκώνεις; Πράγματι δε μπορεί κανείς να συγκριθεί μαζί σου».

Α*: φοινῑκόεις, -εσσα, -εν (φοῖνιξ), = φοινίκειος, σκούρος κόκκινος, ερυθρός ή πορφυρός, σε Όμηρο και Ησίοδο.

Β*. Ο Αγαμέμνων είχε φορέσει γούνα λιονταριού και ο Μενέλαος λεοπάρδαλης.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στους αγαπημένους φίλους Λένα και Ηλία Παπαπαναγιώτου