ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δρ. Ζίζης Σαλίμπα*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Καστάνιτσα είναι ένα παραδοσιακό χωριό χτισμένο στην καρδιά του Πάρνωνα, στην Τσακωνιά, με εξαιρετική φυσική ομορφιά. Αποτελεί έναν από τους παλαιότερους ορεινούς οικισμούς της Πελοποννήσου.

Οι Καστανιτσιώτες καμινιαραίοι-ασβεστοποιοί σφράγισαν με την τεχνογνωσία τους την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου μας, γιατί αποτελούν μια συλλογικότητα του υλικού πολιτισμού και της βιομηχανικής κληρονομιάς μας. Ακόμη και σήμερα στις παρέες και στα καφενεία της περιοχής εξιστορούνται πορείες ζωής και γεγονότα που αποκαλύπτουν τον περιπετειώδη, συλλογικό βίο των καμινιαραίων της Καστάνιτσας.

Οι καμινιαραίοι είναι νομάδες. Ριζωμένοι εδώ και αιώνες στο χωριό τους το αγαπούν αλλά ταυτοχρόνως ρέουν σαν τα ποτάμια, υπακούοντας στον εποχικό χρόνο μέσα στην α-χρονία του τοπίου.

Στα κτίσματα του χωριού, που διασώζονται από τα τέλη του 18ου αιώνα, ο ασβέστης υπάρχει ως οικοδομικό υλικό, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η απασχόλησή τους με την ασβεστοποιία αρχίζει τουλάχιστον από τότε.

Λίγες δεκαετίες πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, Καστανιτσιώτες που είχαν μεταναστεύσει ή απλώς ξεχειμώνιαζαν στα κοντινά νησιά Υδρα και Σπέτσες «έκαιγαν δεκάδες ασβεστοκάμινα» και πουλούσαν τον ασβέστη, αφού τον μετέφεραν με καΐκια σε άλλα νησιά και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Σήμερα, δίπλα από το λιμάνι της Υδρας υπάρχει το γραφικό, τουριστικό λιμανάκι με το τοπωνύμιο «Καμίνια» – το αποτύπωμα εκείνης της εποχής.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ξεκίνησε ο οικοδομικός πυρετός στην πρωτεύουσα και στις μεγάλες πόλεις, οι καταγεγραμμένες ομάδες των καμινιαραίων έφταναν σε ετήσια βάση τις 40. Για να είναι αποδοτική η εργασία τους και για να επικρατεί τάξη, κάθε μπουλούκι ήταν μια μικρή κοινωνία με εσωτερική οργάνωση και ιεραρχία. Σε αντίθεση με τα μπουλούκια των μαστόρων, οι καμινιαραίοι είχαν οργανωθεί συνεταιρικά σε ομάδες των 5-10 ατόμων με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με τον αρχηγό και οργανωτή της ομάδας. Κάθε μπουλούκι είχε από 6 έως και 8 συνεταίρους, που ο καθένας ήταν συνυπεύθυνος για όλα τα θέματα. Κάθε μπουλούκι είχε από 2-3 εργάτες και έναν μούτσο (βοηθό) για τις βοηθητικές εργασίες, π.χ. μαγείρεμα.

Με δύο ζώα γινόταν η μεταφορά των εργαλείων και των εφοδίων για τους μήνες που διαρκούσε η εργασία τους. Κάθε χρόνο, αμέσως μετά τη συλλογή του κάστανου, στις αρχές του Δεκέμβρη, ταξίδευαν με τα πόδια και με τα ζώα τους στην Πελοπόννησο και στην Αττική, όπου έκαιγαν ασβεστοκάμινα. Τέλη Απριλίου επέστρεφαν στις εστίες τους. Πολλές φορές έπαιρναν το καΐκι από το Αστρος και έφταναν απευθείας στο Ναύπλιο. Μετά το 1930, όταν άρχισαν τα δρομολόγια του τρένου στο Αργος, φόρτωναν σε αυτό τα ζώα και τις αποσκευές τους με προορισμό την Αθήνα, όπου υπήρχαν και μεγάλα περιθώρια κέρδους.

Εκτός από τα κεφαλοχώρια και τις μεγάλες πόλεις που είχαν ανάγκη από ασβέστη, η περιοχή που επέλεγαν για να στήσουν το καμίνι έπρεπε να είναι πλούσια σε πρώτες ύλες: ασβεστόπετρα και θάμνους.

Αφού κατασκεύαζαν καλύβα για τους ίδιους και τα ζώα τους, άρχιζε η διαμόρφωση του καμινιού που τους έπαιρνε 45 με 50 ημέρες. Δύο τεχνίτες-χτιστάδες έχτιζαν το καμίνι. Στην αρχή άνοιγαν μια κυκλική τρύπα με διάμετρο 4 μέτρα, βάθος κάτω από την επιφάνεια 1 μέτρο και ύψος 4 μέτρα. Η εξόρυξη της ασβεστόπετρας, η μεταφορά της με τα ζώα και το χτίσιμό της στο καμίνι χρειαζόταν περίπου 20 ημέρες. Το κόψιμο των θάμνων και η μεταφορά τους (σε μεγάλες αγκαλιές – «ζαλιές» τις έλεγαν) απαιτούσε 12-15 ημέρες και γινόταν από όλα τα μέλη της ομάδας. Το τοπικό δασαρχείο ρύθμιζε την έκταση κοπής των θάμνων, ενώ οι εκχερσωμένοι τόποι δίνονταν συνήθως σε αγρότες για καλλιέργεια.

Στη συνέχεια, ο «ταγιστής» τάιζε συνεχώς τη φωτιά. Για να μετατραπεί η ασβεστόπετρα σε ασβέστη χρειάζονταν 6-8 ημέρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Στο τέλος ο ασβέστης αποθηκευόταν σε μεγάλα κοφίνια, μεταφερόταν προς πώληση στα γύρω χωριά και στις συνοικίες των πόλεων. Η συνολική ποσότητα ασβέστη που έβγαζε ένα καμίνι ήταν 25-35 τόνοι. Ο κύκλος παραγωγής ολοκληρωνόταν με το καθάρισμα του καμινιού. Ο κύκλος εργασιών για την παραγωγή του ασβέστη διαρκούσε δύο μήνες – κατά τη διάρκεια των πέντε μηνών έκαιγαν δύο ή ακόμη και τρία καμίνια.

Η διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου από Καρυές στη Βαμβακού μετά το 1950 ήταν ένας σταθμός για τους καμινιαραίους. Σταδιακά σταματά η νομαδική ζωή και οι Καστανιτσιώτες αρχίζουν να φτιάχνουν ασβεστοκάμινα στην ευρύτερη περιοχή του Πάρνωνα. Σιγά σιγά τα παραδοσιακά εργαλεία αντικαθίστανται με φορτηγά, κομπρεσέρ, αλυσοπρίονα.

Στα χρόνια λειτουργίας των ασβεστοκάμινων στον Πάρνωνα δεν έπιασε καμία φωτιά μια και οι εργαζόμενοι φύλαγαν σαν το σπίτι τους το βουνό. Είναι παροιμιώδης η φράση του πιο αξιοσέβαστου δασάρχη που πέρασε τα τελευταία εκατό χρόνια από τον Πάρνωνα, του Πανέτσου: «Τούτο το βουνό στάθηκε τυχερό γιατί του έτυχαν τέτοιοι δουλευτές».

ΥΓ: Ευχαριστώ θερμά για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων τούς Σωτήρη Λάτση, Αγγελο Καμπύλη και Νίκο Πολυμενάκο.


Ο ασβέστης, πέραν της χρήσης του στην οικοδομική και για λόγους υγιεινής, καλύπτει ένα φάσμα έτερων χρήσεων που τον καθιστούν πολύτιμο στοιχείο στον βίο των Ελλήνων. Χρησιμοποιείται στη λίπανση των εδαφών ως εδαφοβελτιωτικό, στη βιομηχανία για την παραγωγή καυστικού νατρίου, αμμωνίας, χλωρασβεστίου κ.ά. Χρησιμοποιείται στην υαλουργία, ως βασικό υλικό μαζί με την άμμο και τη σόδα, λειτουργώντας ως σταθεροποιητής. Στη βυρσοδεψία, για την αφαίρεση των τριχών των δερμάτων, καθώς επίσης και στη φαρμακοποιία. Χρησιμοποιείται επίσης για την παραγωγή του γνωστού «άκακου» (μη τοξικού) βορδιγάλειου πολτού για την καταπολέμηση του περονόσπορου στ’ αμπέλια, που είναι προϊόν μίξης θειικού χαλκού, ασβέστη και νερού. Με αυτόν ραντίζονται ακόμα τα οπωροφόρα δέντρα, τα κηπευτικά, οι σταφιδάμπελοι κ.λπ. Ενώ, με γαλάκτωμα της ασβέστου επαλείφονται οι κορμοί των δένδρων για την απολύμανση και πρόληψη ασθενειών, που προέρχονται από έντομα και μύκητες. Η άσβεστος χρησιμοποιείται επίσης ως πυρίμαχο υλικό για την εσωτερική επένδυση φούρνων, καθώς αποτελεί σώμα δύστηκτο (λιώνει στους 2.580°C). Η άσβεστος χρησιμοποιείται τέλος και στη ζαχαροπλαστική, για να γίνονται τραγανά τα γλυκά του κουταλιού.