ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα (27/2) η διαβούλευση επί του σχεδίου νόμου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τον «εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας χρήσης και παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Με το σχέδιο υποτίθεται πως εναρμονίζεται η εθνική νομοθεσία με τις Οδηγίες Ε.Ε. 2018/2001 και 2019/944 και επέρχονται αλλαγές στο ισχύον μέχρι σήμερα θεσμικό πλαίσιο για τις ενεργειακές κοινότητες και την λεγόμενη αυτοπαραγωγή και αυτοκατανάλωση ρεύματος από ΑΠΕ, όπως τα φωτοβολταϊκά στέγης.

Το άρθρο ειδικού συνεργάτη που ακολουθεί είναι μια κριτική προσέγγιση στον μάλλον στρεβλό τρόπο που επιχειρείται να εφαρμοστεί στη χώρα μας η λεγόμενη ενεργειακή δημοκρατία και σε μεγάλο βαθμό απηχεί και τα δεκάδες σχόλια φορέων στο opengov.gr, που πριν απ’ όλα διαμαρτύρονται για την ασφυκτικά σύντομη και τελικά προσχηματική προθεσμία διαβούλευσης.

Η πράσινη ανάπτυξη και το κλίμα είναι εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής και η προτεραιότητα ήταν πάντα η ενίσχυση του καταναλωτή μέσω της χρηματοδότησης της μικρής παραγωγής μέσω ΑΠΕ και του διττού ρόλου παραγωγού/καταναλωτή (prosumer) για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά. Οι σχετικές οδηγίες προς τα κράτη-μέλη εκδόθηκαν το 2018-2019 και υιοθετήθηκαν αμέσως από πολλές χώρες, σε αντίθεση με την Ελλάδα που σπεύδει προεκλογικά και σε πολύ μικρή κλίμακα να τις εφαρμόσει χωρίς τον ευρύτατο δημόσιο διάλογο που ένα τέτοιο νομοσχέδιο απαιτεί.

H Kadri Simson, επίτροπος Ενέργειας της Ε.Ε., δήλωνε κατηγορηματικά μετά τnν ψήφιση του REPOWER EU -με στόχο για 45% παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ το 2030- ότι τα φωτοβολταϊκά στη στέγη γίνονται υποχρεωτικά σε νέα και δημόσια κτίρια και οι διαδικασίες αδειοδότησης απλοποιούνται. Βασικά στοιχεία του REPOWER EU διασφαλίζουν ότι κατ’ ελάχιστον μια ανανεώσιμη ενεργειακή κοινότητα πρέπει να ιδρύεται σε κάθε δήμο με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων έως το 2025 και ότι θα επιδοτηθούν οι ενέργειες μελών-χωρών που δημιουργούν πλαίσιο ενεργειακών κοινοτήτων για συλλογική αυτοκατανάλωση Η σημαντικότερη όμως δήλωση ήταν πως το 2030 το μερίδιο αιολικής και ηλιακής ενέργειας στο σύνολο της παραγωγής θα διπλασιαστεί από 33% τώρα σε 67% και ότι η μεγαλύτερη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι η ηλιακή με περίπου 50% να προέρχεται από φωτοβολταϊκά σε στέγες.

Εξ ου και η κυβερνητική βιασύνη και προχειρότητα της τελευταίας στιγμής για ένα τόσο σοβαρό και θεωρητικά υπερκομματικό στόχο.

Η ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας σε όλες τις προηγμένες χώρες γίνεται από δύο μέρη της αγοράς με μερίδια περίπου 50% έκαστο, δηλαδή:

● Με εγκαταστάσεις βιομηχανικής κλίμακας και εκατοντάδες φωτοβολταϊκά σε μεγάλες εκτάσεις γης, που αποτελεί αγαπημένο επενδυτικό στόχο για διεθνή κεφάλαια τα οποία ψάχνουν εγγυημένες αποδόσεις για τους πελάτες τους.

● Με φωτοβολταϊκά στέγης για μικρής κλίμακας εγκαταστάσεις περί τα 5 kw για ένα μέσο νοικοκυριό ή μικρότερα των 100 kw για εμπορικές και μικρές βιομηχανικές χρήσεις. Οι εγκαταστάσεις αυτές αναπτύσσονται μέσα από μικρές ενεργειακές κοινότητες.

Συνήθως όμως η ανάπτυξή τους παρεμποδίζεται από τα δίκτυα διανομής, διότι οι υποδομές τους είναι πεπαλαιωμένες, άρα πρέπει να επενδύσουν σε εξοπλισμό εκσυγχρονισμού. Σοβαρότατος επίσης ανασταλτικός παράγοντας είναι ότι όλες οι κυβερνήσεις βιοπορίζονται από τους υψηλότατους φόρους σε ενέργεια, που μειώνονται δραστικά σε καθεστώς ιδιοπαραγωγής.

Στη μοναδική συγκυρία που ζούμε αποτελεί πλέον κριτήριο πραγματικής δημοκρατικής διακυβέρνησης και μείωσης των ανισοτήτων η ισότιμη μεταχείριση και ανάπτυξη των δύο τρόπων εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας. Στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα φωτοβολταϊκά στις στέγες αναπτύσσονται ταχύτατα και σε μεγάλη κλίμακα όπως και η διασύνδεσή τους με τα δίκτυα διανομής. Είναι ήδη πραγματικότητα σε αυτές τις χώρες ότι ένα μέσο νοικοκυριό μπορεί να εξοικονομεί έως και 50% από τον λογαριασμό ρεύματος επιστρέφοντας στο δίκτυο ισάξια ιδιοπαραγωγή ενέργειας. Τι γίνεται όμως στην ηλιόλουστη Ελλάδα με την ανεξάντλητη πρώτη ύλη;

Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της ΗΑΕΕ (Hellenic Association for Energy Economics), που στηρίζει η Εθνική Τράπεζα, η ανάλυση του τι πληρώνουμε ως καταναλωτές στους λογαριασμούς μας έχει ως εξής.

Βλέπουμε ότι 55% είναι το κόστος παραγόμενης ενέργειας που στην περίπτωση της ιδιοπαραγωγής και ιδιοκατανάλωσης θα μειωθεί δραστικά, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει τις χρεώσεις δικτύων διανομής που είναι το 16% των λογαριασμών και στην Ελλάδα είναι μονοπώλια.

Η μεγάλης κλίμακας διεσπαρμένη ιδιοπαραγωγή και ιδιοκατανάλωση θα μείωνε μακροπρόθεσμα το αντικείμενο των δικτύων διανομής και τους προϋπολογισμούς τους, με αποτέλεσμα μείωση σε αμοιβές και bonus στελεχών και ημετέρων που επί δεκαετίες εργάζονται με εγγυημένα κέρδη (λόγω ρυθμιστικού πλαισίου) και μηδενικά επιχειρηματικά ρίσκα τα οποία εξασφαλίζονται από τους «καταναλωτές-αμνούς». Το ίδιο θα συμβεί και με τους φόρους που μαζί με τον ΦΠΑ αποτελούν το 20% των λογαριασμών.

Μια ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση είναι ότι, ενώ οι αποταμιεύσεις των καταναλωτών οδεύουν στις «φιλόξενες» τράπεζες με απόδοση 1%, οι τράπεζες χρηματοδοτούν τις μεγάλες εγκαταστάσεις με 7% για εγγυημένες αποδόσεις των επενδυτών άνω του 15% και με επιδοτήσεις προερχόμενες από το 6% των λογαριασμών των καταναλωτών για τις ΑΠΕ που εκμεταλλεύονται μόνο οι εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας και όχι το ευρύ καταναλωτικό κοινό που τις τροφοδοτεί. Με το κατάλληλο μοντέλο οι ίδιες αποταμιεύσεις θα απέδιδαν άνω του 10 % στον καταναλωτή αν μετατρέπονταν σε Φ/Β στη στέγη του. Σύμφωνα με την έκθεση της ΗΑΕΕ, η αγορά εξακολουθεί να κυριαρχείται κατά 65% από τη ΔΕΗ, ενώ ένα 30% μοιράζονται μόνο 6 ιδιωτικές εταιρείες με κάποιες να έχουν ιδιοπαραγωγή.

Ακολουθούμε ως χώρα το συγκεντρωτικό, ιεραρχικό μοντέλο παραγωγής και διανομής ενέργειας, που θεμέλιο λίθο έχει τη «ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ». Η Ελλάδα έχει εγκατεστημένη ισχύ 9 GW σε ΑΠΕ εκ των οποίων 4 GW από ηλιακή ενέργεια, η οποία όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί λόγω αδυναμιών των δικτύων μεταφοράς και διανομής να δεχτούν την παραγωγή, με αποτέλεσμα να εξακολουθούμε να εισάγουμε ακριβή ενέργεια ή να παράγουμε από φυσικό αέριο περισσότερη απ’ όση χρειαζόμαστε. Τα δίκτυα φτάνουν στο σημείο να ζητούν από τους μεγάλους παραγωγούς ενέργειας να λειτουργούν στο 70% των δυνατοτήτων τους γιατί δεν μπορούν να διαχειριστούν το σύνολο.

Θα απαντήσουν οι επιφανειακοί κριτές ότι 59% είναι παραγωγές μικρότερες των 500 kw. Στην πραγματικότητα το μέρος της ανάπτυξης ηλιακής ενέργειας για ιδιοκατανάλωση με Φ/Β ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ είναι ελάχιστο έως ανύπαρκτο, όπως και οι πραγματικές ενεργειακές κοινότητες με στόχο την ιδιοκατανάλωση. Ελάχιστα συνεταιριστικά έργα πράσινης ενέργειας έχουν προχωρήσει. Αν και υπάρχουν 374 ΕΚΟΙΝ (Ενεργειακές Κοινότητες) στο ΓΕΜΗ, μόνο 30 με 35 λειτουργούν ενώ οι υπόλοιπες είναι παγιδευμένες στον ιστό της γραφειοκρατίας εδώ και χρόνια. Επίσης οι ΟΤΑ που έχουν δείξει ενδιαφέρον είναι ελάχιστοι.

Από τα 4 GW ηλιακής εν δυνάμει παραγωγικής δυνατότητας οι πραγματικά μικρές παραγωγές κοινοτήτων δεν είναι ούτε το 5%, εξαφανίζοντας κάθε προοπτική εκδημοκρατισμού της ενέργειας και καταργώντας τις κατευθυντήριες γραμμές της Ε.Ε. για ισόρροπη ανάπτυξη της παραγωγής ηλιακής ενέργειας από Φ/Β στέγης για ιδιοκατανάλωση και Φ/Β εδάφους για πώληση/εκμετάλλευση.

Η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια τα επόμενα χρόνια θα αυξάνεται ραγδαία λόγω εξηλεκτρισμού των μεταφορών. Η πρόβλεψη για ενέργεια από Φ/Β μετά το 2030 μπορεί να είναι περίπου 15 GW. Τουλάχιστον 8 GW (8.000 MW) από αυτά θα πρέπει να προέρχονται από Φ/Β στέγης για ιδιοκατανάλωση. Πρέπει να γίνει εθνικός στόχος, γιατί αυτό επιβάλλει το συμφέρον των πολλών.

Το όριο 2 GW αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό, η δε καθυστερημένη, βιαστική προεκλογικού ενδιαφέροντος «μεταρρύθμιση» της Ν.Δ., που ενσωματώνει πολύ αργά και πρόχειρα ευρωπαϊκές οδηγίες του 2018- 2019, θα έπρεπε να συζητηθεί ευρέως και για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν ψηφιστεί. Το μέτρο αναλογικά με άλλες χώρες θα έπρεπε να περιλαμβάνει άνω του 1 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις με μέσο όρο 5-10 kw το καθένα σε ομαδοποιήσεις ενεργειακών κοινοτήτων.

Το νομοσχέδιο αφορά μια τεράστια κοινωνικοοικονομική μετάβαση που λέγεται εκδημοκρατισμός της ενέργειας με εν δυνάμει συμμετέχοντες το σύνολο του πληθυσμού. Δεν είναι προεκλογική χάρη προς τους «αμνούς-καταναλωτές». Η παραγωγή καθαρής πράσινης ενέργειας αφορά το σύνολο των πολιτών και όχι λίγες μεγάλες εταιρείες.

*Ειδικός συνεργάτης