Χωρίς τέλος φαίνεται ότι είναι η κακοποίηση της 12χρονης από τον Κολωνό που έχει καταγγείλει ότι έπεσε θύμα βιασμού και μαστροπείας. Αλλεπάλληλες είναι οι μαραθώνιες καταθέσεις της ανήλικης στο πλαίσιο της ανάκρισης, ενώ η δικηγόρος της οικογένειας και η Επιτροπή Αλληλεγγύης καταγγέλλουν βασανισμό της 12χρονης και της οικογένειάς της.
Η κατάθεση της ανήλικης την περασμένη Παρασκευή ήταν η πέμπτη κατά σειρά και διήρκεσε πεντέμισι ώρες: από τις 2.30 το μεσημέρι ώς τις 8 το βράδυ. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.», η ανήλικη αναγνώρισε τουλάχιστον πέντε άνδρες ως βιαστές της, για τους οποίους τις επόμενες μέρες αναμένεται να εκδοθούν εντάλματα σύλληψης. Για την υπόθεση έχουν ήδη προφυλακιστεί δέκα άτομα και βασικός κατηγορούμενος είναι ο Ηλίας Μίχος. Ο 53χρονος ισχυρίζεται ότι είχε ερωτική σχέση με την ανήλικη αλλά δεν την εξέδιδε και έχει υποδείξει έναν Γιώργο, κάτοικο Κολωνού, ως το άτομο που εξέδιδε τη 12χρονη πριν ακόμα τη γνωρίσει ο ίδιος. Φωτογραφίες του προσώπου αυτού επιδείχθηκαν στη 12χρονη αλλά εκείνη δεν αναγνώρισε το συγκεκριμένο άτομο. Η ανήλικη έχει αναφερθεί σε άντρα με το όνομα «Γιώργος» και έχει δώσει στις αρχές περισσότερα στοιχεία για την ταυτότητά του, αλλά μέχρι στιγμής δεν είναι ανάμεσα σε όσους της έχουν δείξει οι αστυνομικοί.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της 12χρονης ήταν παρούσα παιδοψυχολόγος, η οποία αμέσως μετά τη συνόδευσε στις φυλακές Κορυδαλλού για να δει τη μητέρα της. Ηταν η πρώτη φορά που η ανήλικη μαζί με τον μικρότερο αδελφό της συναντούσαν τη μητέρα τους από τη μέρα της σύλληψής της για μαστροπεία. Σε όλες τις καταθέσεις το κορίτσι επιμένει ότι η μητέρα της δεν γνώριζε για τη δράση του Ηλία Μίχου και του κυκλώματος μαστροπείας, ενώ το ίδιο υποστηρίζουν όλα τα αδέλφια της που στέκονται στο πλευρό της μητέρας τους. Η συνάντηση κόρης και μητέρας έγινε σε πολύ φορτισμένο συναισθηματικά κλίμα.
Το να αναγκάζεται ένα μικρό παιδί να καταθέτει ξανά και ξανά, βιώνοντας επανειλημμένα τη σωματική και ψυχική κακοποίησή του, είναι πολύ βασανιστικό. Αλλά, όπως φαίνεται, το βασανιστήριο δεν τελείωσε εκεί. Σύμφωνα με τη δικηγόρο Ασπασία Ταραχοπούλου, η 12χρονη ζήτησε να δει τον πατέρα, τη γιαγιά και τα υπόλοιπα αδέλφια της καθώς δεν ζει μαζί τους αλλά με τη θεία της. Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Ταραχοπούλου, οι αστυνομικοί δεν της επέτρεψαν να πάει στο σπίτι της. Την άφησαν μόνο να δει για πέντε λεπτά την οικογένειά της στον δρόμο και ίσα να προλάβει να τους χαιρετήσει.
Η ταλαιπωρία του 12χρονου κοριτσιού, του μικρού της αδελφού και της θείας δεν σταμάτησε εκεί. Οπως γνωστοποίησε η δικηγόρος, αργά τη νύχτα και αφού είχαν φτάσει στον τόπο κατοικίας τους, τους σταμάτησε αυτοκίνητο της Ασφάλειας με άνδρες που είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και όπλα στα χέρια. Κραδαίνοντας τους φακούς και τα όπλα, κατέβασαν με φωνές τα παιδιά από το αυτοκίνητο για να τους κάνουν έλεγχο. «Είμαστε συνάδελφοι», φώναζαν οι αστυνομικοί που συνόδευαν τα παιδιά, αλλά χρειάστηκε λίγη ώρα για να πειστεί η Ασφάλεια να σταματήσει τον έλεγχο.
«Ποια κρατική υπηρεσία ασφάλειας έδωσε εντολή να γίνει έλεγχος στο αυτοκίνητο της ασφάλειας που μετέφερε τη 12χρονη στον τόπο κατοικίας της, λίγες ώρες μετά τη νέα της ανάκριση στην οποία αναγνώρισε πάλι τα πρόσωπα των βιαστών της; Σε τι ακριβώς αποσκοπεί η τακτική του κράτους και της αστυνομίας να ανακρίνουν για πολλοστή φορά το 12χρονο κορίτσι, βάζοντάς τη να αναγνωρίζει συνεχώς πρόσωπα βιαστών; Υπάρχει σχέδιο τρομοκράτησης του παιδιού που εκπορεύεται από την κρατική Ασφάλεια; Αλλιώς, πώς εξηγείται το σόου με τα όπλα να σημαδεύουν τη 12χρονη, τον αδελφό της και τους… αστυνομικούς που τη μετέφεραν;», είναι τα ερωτήματα που θέτει η Επιτροπή Αλληλεγγύης στη 12χρονη και τονίζει ότι «όλη αυτή η πρακτική, που παραπέμπει σε γνωστές προκλητικές τακτικές της Ασφάλειας, συμβαίνει τη στιγμή που η 12χρονη δεν έχει ακόμη καμία στήριξη από το κράτος, δεν της παρέχεται διδασκαλία στο σπίτι, παραμένουν συνειδητά απόντες και αδιάφοροι όλοι οι κρατικοί φορείς».
