Αναμενόμενη ήταν η χθεσινή ανακοίνωση της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδας υπέρ της γνωμοδότησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η ΕΕΕ δεν μας έχει συνηθίσει άλλωστε σε ανακοινώσεις που αντιστρατεύονται τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία πλην ελάχιστων περιπτώσεων και πάντως όχι επί κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τα επιχειρήματα της ανακοίνωσης είναι ακριβής επανάληψη των ισχυρισμών του κ. Ντογιάκου και δεν απαντούν φυσικά στις σφοδρές και πρωτοφανείς αντιδράσεις των συνταγματολόγων και μεγάλου μέρους του νομικού και πολιτικού κόσμου. Η ΕΕΕ βέβαια, παρά τον ισχυρισμό ότι ο εισαγγελέας μπορεί να γνωμοδοτεί σε θέματα «γενικού ενδιαφέροντος», σπεύδει να συμπληρώσει ότι «Αμφισβητήσεις ως προς το αντικείμενο και τα όρια της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως και της με αριθμό 1/2023 γνωμοδότησής του, θα μπορούσαν να εγερθούν, εάν το περιεχόμενο αυτής αφορούσε συγκεκριμένο θέμα για το οποίο είχαν επιληφθεί τα αρμόδια δικαστικά όργανα, ώστε να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο επηρεασμού της κρίσης τους, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω».
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι δεν έχει λάβει γνώση η ΕΕΕ για την προανακριτική διαδικασία που έχει ξεκινήσει σχετικά με τις υποκλοπές, για τα νόμιμα αιτήματα όσων ζητούν να πληροφορηθούν από την ΑΔΑΕ τις σχετικές με αυτούς υποκλοπές της ΕΥΠ. Η ΕΕΕ δεν έχει άραγε παρακολουθήσει ούτε τις αποκαλύψεις για τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ κ. Φλώρο; Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Φλώρος δεν φάνηκε να ανησυχεί για το γεγονός ούτε προτίθεται -όπως όλα δείχνουν- να θελήσει να μάθει τους λόγους παρακολούθησής του.
Η ΕΕΕ επιτίθεται -με άκομψο για δικαστική ένωση τρόπο- στους συνταγματολόγους και τους καθηγητές ΑΕΙ που εξέφρασαν την επιστημονική και νομική τους άποψη προσάπτοντας και σε αυτούς πολιτικές σκοπιμότητας. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: «Η έκφραση επιστημονικών και άλλων απόψεων που αξιολογούν ή παρερμηνεύουν το περιεχόμενό της [γνωμοδότησης], δεν μπορεί να αποτελεί την αφορμή για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων πολιτικών σκοπιμοτήτων και αφ’ ενός μεν να βάλλεται ο θεσμός και αφ’ ετέρου δε να επιχειρείται να παρεμποδιστεί η δικαιοδοτική κρίση και η έκφραση γνώμης δικαστικής αρχής». Τέλος, ταυτίζει τον θεσμό του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το πρόσωπο του κ. Ντογιάκου, όπως ακριβώς έκανε και ο πρωθυπουργός, ξεχνώντας το πόσες φορές στο παρελθόν εισαγγελείς του Αρείου Πάγου δέχτηκαν όχι μόνο σκληρή κριτική αλλά και σφοδρές επιθέσεις ακόμα και από συναδέλφους τους ανώτατους δικαστικούς και μάλιστα κάποιοι παραπέμφθηκαν και σε πειθαρχικούς ελέγχους.
Φαίνεται ότι παρά το γεγονός πως δεν τέθηκαν θέματα επικαιρότητας στη συνάντηση που έγινε με πρωτοβουλία της ΠτΔ με την ηγεσία της Δικαιοσύνης και εκπροσώπους των νομικών σε αναζήτηση κοινής γλώσσας και εποικοδομητικού διαλόγου, το χάσμα και στους κόλπους της Δικαιοσύνης είναι βαθύ. Θυμίζουμε ότι αναμένεται και ανακοίνωση του προεδρείου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, της οποίας το Δ.Σ. θα συνεδριάσει εκτάκτως για το θέμα στις 20 Ιανουαρίου μετά το αίτημα της μειοψηφίας των μελών του.
! Xθες βράδυ έγινε γνωστό ότι ο πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος έστειλε επιστολή στον υπουργό Δικαιοσύνης με την οποία ζητούσε συγκεκριμένες διευκρινίσεις για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται -λόγω του νέου νόμου- αναφορικά με την ενημέρωση εκείνων που ζητούν να μάθουν αν παρακολουθούνται. Ειδικότερα, αφορούσε τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η ΑΔΑΕ δεν μπορεί να απαντήσει. Με δεδομένο το γεγονός ότι ο νέος νόμος δεν προβλέπει διοικητική οργάνωση στο νέο τριμελές όργανο που θεσπίστηκε για να ελέγχει -μεταξύ άλλων- τα αιτήματα, κάποιος οφείλει να κάνει αυτή τη δουλειά. Με απλά λόγια, η ΑΔΑΕ γνωστοποιεί ότι ο ρόλος της δεν είναι η υποβάθμισή της σε επίπεδο γραμματειακής υποστήριξης.
