Δύο χρόνια μετά την ορκωμοσία του Μπάιντεν τα αναπάντητα ερωτήματα που είχαν συσσωρευτεί στο τέλος της θητείας Τραμπ όχι μόνο δεν έχουν απαντηθεί, αλλά έχουν πολλαπλασιαστεί.
Μπορεί οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2022 να μην ήταν μια δυναμική επιστροφή του Τραμπ και του τραμπισμού, αλλά το πρόσφατο ψυχόδραμα στη Βουλή των Αντιπροσώπων δείχνει ότι για το ορατό μέλλον οι Ρεπουμπλικανοί θα είναι όμηροι μιας σκληρής ακροδεξιάς πτέρυγας.
Με δεδομένο ότι δεν πρόκειται να διαμορφωθεί η παραδοσιακή συναίνεση ανάμεσα σε έναν πρόεδρο και μια Βουλή που έχουν εκλεγεί με διαφορετική πλειοψηφία, ο ορίζοντας της επόμενης διετίας παραμένει θολός και με κύριο ερώτημα αν ο Λευκός Οίκος θα μπορεί να παράγει έργο εν μέσω μιας διαρκούς σκληρής αντιπολίτευσης.
Ποια συνέχεια θα υπάρξει γύρω από την εισήγηση για παραπομπή του Τραμπ σε δίκη για την έφοδο στο Καπιτώλιο στις 6.1.2021;
Θα απαντήσουν οι Ρεπουμπλικανοί με το ίδιο νόμισμα, δηλαδή με τη διερεύνηση τυχόν παραβατικών πράξεων του Μπάιντεν;
Και το ερώτημα των ερωτημάτων: Σε ποιο βαθμό η εσωτερική πολιτική κρίση θα επηρεάσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ;
Δύο χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του και σχεδόν ένα χρόνο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ του Μπάιντεν θέλουν, για να χρησιμοποιήσουμε το λεξιλόγιό τους, να αποκρούσουν τον επεκτατισμό της Κίνας και τον αναθεωρητισμό της Ρωσίας.
Πέρα από την πολεμική σύγκρουση ΝΑΤΟ-Ρωσίας που διεξάγεται στην Ουκρανία και τις πρόβες θερμού επεισοδίου γύρω από την Ταϊβάν, οι ΗΠΑ του Μπάιντεν έχουν ως κύριο όπλο την επιβολή κυρώσεων.
Μπορούν οι κυρώσεις να είναι αποτελεσματικές και στοχευμένες στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης;
Η μέχρι τώρα εξέλιξη της σύγκρουσης του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία κατέδειξε ότι οι κυρώσεις ήταν, πρώτον, διαχειρίσιμες για τη Μόσχα που δεν έγινε κράτος-παρίας, αλλά και συντριπτικές για τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε.
Και όχι μόνον. Πριν προλάβει να συνέλθει από τις παρενέργειες των κυρώσεων, η Ε.Ε. των 27 καλείται να περιορίσει το διμερές εμπόριο με την Κίνα.
Και σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, η Ουάσινγκτον με το θηριώδες πακέτο στήριξης της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής κατηγορείται από τους Ευρωπαίους ότι τους έχει κηρύξει εμπορικό πόλεμο.
Η ταυτόχρονη διμέτωπη σύγκρουση με τη Ρωσία και την Κίνα έχει ήδη προβάλει ως απειλή για την παγκοσμιοποίηση, καθώς οι σύμμαχοι των ΗΠΑ καλούνται να κάνουν οικονομικές επιλογές με πολιτικά κριτήρια.
Ο κίνδυνος της αυτοεκπληρούμενης προφητείας είναι ορατός για τις ΗΠΑ του Μπάιντεν, καθώς η πολιτική που αποβλέπει στην καθυστέρηση και, πολύ περισσότερο, στη ματαίωση της ανάδυσης ενός πολυκεντρικού μετα-αμερικανικού κόσμου, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή να επισπεύσει τις εξελίξεις που στοχεύει να ματαιώσει.
Το 1947, όταν άρχισε ο Ψυχρός Πόλεμος, οι ΗΠΑ στήριξαν την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση της Δυτικής Ευρώπης και ταυτόχρονα της παρείχαν ασφάλεια απέναντι στην ΕΣΣΔ, οι στρατιές της οποίας βρίσκονταν στην Κεντρική Ευρώπη.
Σήμερα οι ΗΠΑ δεν έχουν κάτι που να μοιάζει με το Σχέδιο Μάρσαλ, με τη Γερμανία να κατηγορεί τον Μπάιντεν ότι εκτός από τον εμπορικό πόλεμο προωθεί μια πολιτική προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.
Ενα είναι βέβαιο, ότι στη δεύτερη διετία Μπάιντεν θα κυριαρχήσει μια σκληρή διατλαντική αντιπαράθεση, μια μη αντιστρέψιμη με τα σημερινά δεδομένα δυναμική.
