Ενα road trip από τη Γερμανία στην Ελβετία, που εν τέλει, ύστερα από μια σειρά από ανατροπές, συνεχίζεται πιο νότια, στην Ιταλία και την Ελλάδα· στα μπροστινά καθίσματα, δύο σαραντάρισσες Βερολινέζες φίλες, στο πίσω κάθισμα ο ετοιμοθάνατος πατέρας της μιας εκ των δύο: Αυτός είναι ο καμβάς της πλοκής του τέταρτου μυθιστορήματος της γεννημένης το 1974 Γερμανίδας συγγραφέως Λούσι Φρίκε, «Κόρες», το οποίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη και κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κείμενα, σε μετάφραση Τέο Βότσου.
Πειστικά σκιαγραφεί το πορτρέτο των δυο κεντρικών ηρωίδων της η συγγραφέας, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα προβλήματα της ηλικιακής φάσης στην οποία βρίσκονται: Η εξίσου πανικόβλητη και πραγματίστρια Μάρτα, η οποία, εν μέσω ορμονοθεραπείας και συνεχών αποβολών, καλείται να συνοδεύσει τον καρκινοπαθή πατέρα της σε μια κλινική ευθανασίας στην Ελβετία, και η μελαγχολική και κυνική Μπέτυ (η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια του βιβλίου), η οποία αναλαμβάνει χρέη σοφέρ και συμπαραστάτριας σε αυτή την επικίνδυνη αποστολή, συγκροτούν ένα ενδιαφέρον δίδυμο.
Στο μεταίχμιο μεταξύ νεότητας και μέσης ηλικίας («Στο μεταξύ οι ρυτίδες παρέμεναν λευκές και άθικτες απ’ τον ήλιο, σαν να είχα θρυμματίσει το πρόσωπό μου από μέσα. Ομορφη υπήρξα πάντα μόνο στο παρελθόν»), χωρίς ψευδαισθήσεις και με μπόλικες δόσεις σκεπτικισμού, οι δυο φίλες προσπαθούν να κλείσουν παλιούς λογαριασμούς, να επουλώσουν πληγές και να ισορροπήσουν, όπως-όπως, στο παρόν της ζωής τους, ενώ παράλληλα παραδίνονται, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν, σε μια ακαταμάχητη επιθυμία φυγής. Το οικογενειακό παρελθόν και ειδικά η προβληματική σχέση με τους –επί χρόνια απόντες– πατέρες τους αποκτά ένα ιδιαίτερο βάρος μέσα σε αυτό το πλαίσιο ζωής των δύο πρωταγωνιστριών και ταυτόχρονα πυροδοτεί τη δράση του βιβλίου, η οποία δεν στερείται εκπλήξεων και μεταστροφών.
Τα προβλήματα της Μπέτυ και της Μάρτα φαίνεται να είναι πάντως, ως επί το πλείστον, ιδιωτικής φύσεως, ενώ το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο αποτυπώνεται μόνο περιφερειακά (όταν π.χ. στην αρχή του βιβλίου γίνεται μια σύντομη αναφορά στο στεγαστικό πρόβλημα, την επέλαση των τουριστών και την άνοδο των ενοικίων στο Βερολίνο) ή ως διάκοσμος (όταν η δράση μεταφέρεται σ’ ένα ελληνικό νησί, την περίοδο των capital controls).
Ο σπιντάτος, κοφτερός, σπαρταριστός διάλογος ανάμεσα στη Μάρτα και την Μπέτυ –καρπός της οικειότητας της εικοσάχρονης μεταξύ τους φιλίας– διατρέχει και εμπλουτίζει την αφήγηση. Η συγγραφέας Λούσι Φρίκε αποδεικνύει ότι κατέχει στο έπακρο την τέχνη της πετυχημένης ατάκας, ενώ το χιούμορ της γραφής της είναι έκδηλο και διαποτίζει φυσικά και τα καθαρά αφηγηματικά κομμάτια, όπου η Μπέτυ, με ένα μείγμα ειρωνείας, πεσιμισμού και αυτοσαρκασμού, και μια ροπή προς την αφοριστική διατύπωση, σχολιάζει αδιάκοπα τα τεκταινόμενα. Είναι αυτό το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός που χρωματίζουν τη μουντή πραγματικότητα μέσα στην οποία κινούνται οι δυο ηρωίδες και ταυτόχρονα, μαζί με το γοργό τέμπο της αφήγησης και τον φαινομενικά ανάλαφρο, συμπυκνωμένο σχολιασμό των πάντων διαμορφώνουν το ύφος του βιβλίου. Η απόδοση του Τέο Βότσου μεταφέρει ατόφια τα υφολογικά αυτά στοιχεία του κειμένου στα ελληνικά, συμβάλλοντας στην αναγνωστική απόλαυση.
Καταφέρνοντας να μιλήσει με διεισδυτικότητα και νηφαλιότητα για θέματα όπως τα γηρατειά, ο θάνατος, η κρίση της μέσης ηλικίας, οι οικογενειακές σχέσεις και η φιλία, η Λούσι Φρίκε ισορροπεί στις «Κόρες» επιδέξια μεταξύ σκοτεινιάς και ελαφρότητας, καταδεικνύοντας τη μεταξύ τους σύμπλευση. Μάλιστα, οι δυο πρωταγωνίστριες, η Μάρτα και η Μπέτυ, μοιάζουν να έχουν και οι ίδιες πλήρη επίγνωση της ατέλειωτης τραγικωμωδίας της ύπαρξης: «Γελούσε μέχρι δακρύων, κι εγώ το ίδιο. Με κανέναν άλλον άνθρωπο δεν μπορούσα να γελάσω τόσο τρανταχτά με τη δυστυχία όσο μαζί της. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που την εκτιμούσα τόσο πολύ».
