ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χριστίνα Κοψίνη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Oι μισθωτοί είναι οι μόνοι που δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι οι ίδιοι που υποφέρουν περισσότερο από την ακρίβεια, την αύξηση των έμμεσων φόρων και τις συνολικές επιπτώσεις της ανισότητας εισοδημάτων. Ανισότητα η οποία ενισχύεται από την αδυναμία του φορολογικού συστήματος να λειτουργήσει με προοδευτικά αναδιανεμητικό τρόπο.

Αυτό το συμπέρασμα φωτίζει με ερευνητική ματιά η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Γεωργία Καπλάνογλου σε μελέτη* που εκπόνησε για λογαριασμό του ΙΝΕ αναφορικά με την άνιση κατανομή του φορολογικού βάρους στα νοικοκυριά στην Ελλάδα. Συνομιλητές στη χθεσινή παρουσίαση, οι Β. Ράπανος, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ο Π. Λιαργκόβας, πρόεδρος ΚΕΠΕ και καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, και ο Φρ. Κουτεντάκης, συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Πανεπιστημίου Κρήτης. Συντονιστής της συζήτησης, ο Γ. Αργείτης, επιστημονικός διευθυντής ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και, επίσης, καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών του ΕΚΠΑ.

«Η ποσοστιαία αύξηση του κόστους ζωής είναι μεγαλύτερη όσο φτωχότερο είναι το νοικοκυριό. Αυτό όμως συμβαίνει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι σε άλλες χώρες για τις οποίες έχουν γίνει παρόμοιες μελέτες, ενώ εξίσου ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού των νοικοκυριών, ιδιαίτερα των φτωχότερων, τείνει να αποκτήσει μια δυναμική που καθορίζεται πρωτίστως από τις συνεχείς ανατιμήσεις στα τρόφιμα» εξηγεί η καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ.

Tα τρόφιμα

«Για πρώτη φορά, τον μήνα Σεπτέμβριο, στο φτωχότερο 20% των νοικοκυριών οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων επέφεραν μεγαλύτερη ποσοστιαία επιβάρυνση στις οικογενειακές δαπάνες συγκριτικά με την οικιακή ενέργεια. Η προστασία της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, ιδιαίτερα των ευάλωτων, αποκτά επομένως υψηλή προτεραιότητα» σημειώνει η μελέτη. Αν και, θεωρητικά, ο φόρος εισοδήματος αποτελεί το φορολογικό εργαλείο που κατεξοχήν μπορεί να συμβάλει στον σχεδιασμό προοδευτικής φορολογίας, αφού η φορολογική του βάση αποτελεί έναν καλό δείκτη της φοροδοτικής ικανότητας των φορολογουμένων, και παρότι στην Ελλάδα η φορολογική κλίμακα έχει όντως σχεδιαστεί με προοδευτικό τρόπο, στην πράξη η προοδευτικότητά της υπονομεύεται από το γεγονός ότι δεν υπάγονται σε αυτήν όλα τα εισοδήματα» σημειώνει η κ. Καπλάνογλου.

«Κι αυτό συμβαίνει επειδή είτε αυτά δεν δηλώνονται στις φορολογικές αρχές, είτε ο ίδιος ο νόμος προβλέπει τη φορολόγησή τους σε ξεχωριστή κλίμακα (π.χ. τα ενοίκια) ή με ενιαίο αυτοτελή συντελεστή (π.χ. τα μερίσματα). Αν εντοπίζονταν τα πραγματικά εισοδήματα και υπήρχε συνεκτικός ορισμός του εισοδήματος, θα μπορούσε να εξορθολογιστεί και η δομή του συστήματος με πολύ πιο σταδιακά ανερχόμενους οριακούς φορολογικούς συντελεστές. Οι περισσότερες άδικες πλευρές του συστήματος φορολογίας που αναλύθηκαν στη μελέτη αυτή είτε απορρέουν από το γεγονός ότι στις φορολογικές δηλώσεις δεν απεικονίζονται τα πραγματικά εισοδήματα, είτε αντανακλούν καθαρές επιλογές πολιτικής. Η δυσκολία να εντοπίσουν οι φορολογικές αρχές τα πραγματικά εισοδήματα έχει οδηγήσει σε στρεβλώσεις την αρχιτεκτονική του συστήματος, η οποία, κακώς βέβαια, χρησιμοποιείται για να αντιμετωπιστεί η φοροδιαφυγή».

Η προοδευτικότητα του συστήματος φορολογίας εισοδήματος εξαντλείται σε πολύ βραχύ εύρος εισοδημάτων, με τον ανώτατο οριακό συντελεστή να εφαρμόζεται είτε το ατομικό εισόδημα είναι 40.000 ευρώ είτε πολλές δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.

Μεταρρυθμίσεις

Ολα αυτά οδηγούν, σύμφωνα με την πανεπιστημιακό, σε υπέρμετρη φορολόγηση όσων δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα και σε αύξηση του κόστους συμμόρφωσης και του διοικητικού κόστους του συστήματος για όλους.

«Οι ενισχυμένες δυνατότητες διασταύρωσης πληροφοριών εκ μέρους των φορολογικών αρχών πιθανότατα θα μειώσουν σημαντικά το περιθώριο απόκρυψης εισοδημάτων για τους περισσότερους φορολογούμενους, όμως δεν θα συμβεί το ίδιο με έναν μικρό αριθμό φορολογουμένων πολύ υψηλού εισοδήματος, οι οποίοι θα μπορούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους τις δυνατότητες που θα τους δίνει η τεχνολογία. Αναφορικά με τις επιλογές πολιτικής, η υπαγωγή διαφορετικών κατηγοριών εισοδημάτων σε διαφορετικές κλίμακες ή η προκλητικά χαμηλή αυτοτελής φορολόγηση των μερισμάτων είναι παραδείγματα επιλογών που δεν προάγουν ούτε την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά ούτε και την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων. Οι μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης σήμαναν την ουσιαστική εγκατάλειψη της πολιτικής φορολογικών ελαφρύνσεων για τις οικογένειες με παιδιά. Η απλοποίηση των φορολογικών διατάξεων και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να δικαιολογήσουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις εις βάρος των οικογενειών, αν παράλληλα ενισχύονταν με αποφασιστικό τρόπο οι πολιτικές ουσιαστικής υποστήριξης των οικογενειών με παιδιά με άλλους τρόπους. Η δραματική επιδείνωση των δεικτών παιδικής φτώχειας που διαπιστώνεται σε πλήθος ερευνών που αναφέρθηκαν παραπάνω αποδεικνύει, όμως, τη βαθιά ελλειμματική αντιμετώπιση των οικογενειών από τις κρατικές πολιτικές».

* Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία 2014-2020» από το ΕΣΠΑ με το ποσό των 15.000 ευρώ.