Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιάννης Διακογιάννης έφυγε χθες από τη ζωή, πλήρης ημερών σε ηλικία 91 ετών. Κι «έφυγε» μέσα στην καρδιά του Μουντιάλ, μιας διοργάνωσης που ο ίδιος είχε απογειώσει με τις ιστορικές μεταδόσεις του.

Μεταδόσεις που ξεκίνησαν το 1966 από το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας, τότε που για πρώτη φορά οι αγώνες έφταναν στα ελληνικά σπίτια σε μαγνητοσκόπηση. Εκτοτε και μέχρι να αποχωρήσει από την ενεργό δράση, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, ειδικότερα αν ήταν διεθνής, χωρίς τη δική του φωνή έμοιαζε φαγητό χωρίς αλάτι.

«Εφυγε» επίσης μία μέρα πριν διεκδικήσει την πρόκριση στον τελικό η αγαπημένη του Γαλλία, η χώρα καταγωγής του παππού του η οποία τον φιλοξένησε από το 1954 ώς το 1960 και όπου γνωρίστηκε με τις δύο μεγάλες του αγάπες: τη δημοσιογραφία και τη μουσική.

Εβαλε τον πήχη πολύ ψηλά

Το ήθος και η καλλιέργειά του προφανώς διαμόρφωσαν την κουλτούρα με την οποία έκανε τη δουλειά του, ξέφευγε από τα στενά ελληνικά δεδομένα. Ηταν τα «εργαλεία» που τον κατέστησαν μοναδικό και αναντικατάστατο. Η ευχή και η κατάρα για τους επιγόνους του ήταν ότι από την αρχή ο πήχης μπήκε πολύ ψηλά και ότι το μέτρο σύγκρισης με όσους εξαιτίας του επέλεξαν να κάνουν την ίδια δουλειά… τρόμαζε. Οπως στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι ομάδες κάθε γειτονιάς ύστερα από κάθε νίκη φώναζαν «φέρτε μας τον Αγιαξ» που ήταν η καλύτερη ομάδα της εποχής, έτσι και οι επίδοξοι σπορτκάστερ είχαν να αντιμετωπίσουν μια μόνιμη αμφισβήτηση: «Καλά, δεν είναι και ο Διακογιάννης». Δεν γινόταν να είναι ο… Διακογιάννης.

Υπήρξε ένας από τους λίγους που δεν πήρε λάμψη από την τηλεόραση αλλά της πρόσθεσε. Γιατί τόσο η φωνή του όσο και οι πληροφορίες (αθλητικές, κοινωνικές, ιστορικές, γεωγραφικές) που μετέφερε, σε συνδυασμό με την εικόνα, μετέτρεπαν ένα αθλητικό γεγονός σε μυσταγωγία. Ισως να ήταν και η μόνη περίοδος που το «mute» θα ήταν άχρηστο ακόμη κι αν η τεχνολογία το είχε εφεύρει.

Ο μουσικός και η μουσική

Ο ίδιος επέμενε ότι το μεγαλύτερο πάθος του, ακόμη και από τον αθλητισμό, ήταν η γαλλική μουσική. Οτι γνώριζε περισσότερα γι’ αυτήν απ’ όσα για το ποδόσφαιρο ή τον στίβο που ήταν το φόρτε του. Μικρός ονειρευόταν να γίνει μουσικός, μέχρι που για λόγους επιβίωσης (μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον οποίο έχασε σε ηλικία 11 ετών από καρκίνο) η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει το πιάνο του σπιτιού. Γλύκαινε η ψυχή του όταν για μεγάλες περιόδους έκανε μουσικές εκπομπές στο ραδιόφωνο αναλύοντας το έργο της Πιαφ και του Αζναβούρ με την ίδια άνεση που μιλούσε για το ταλέντο του Κοπά, του Πούσκας, του Ντι Στέφανο ή του Ζάτοπεκ, του Βίρεν, του Σανέγεφ.

Ο βασιλιάς στίβος

Παρεμπιπτόντως, παρότι το ποδόσφαιρο και παράλληλα η καθιέρωση της «Αθλητικής Κυριακής» (1966-1983) τον ανέδειξαν σε μια κυρίαρχη μορφή της αθλητικής δημοσιογραφίας που ώθησε πολλά νέα παιδιά να στραφούν σε αυτήν, εκείνος ξεκαθάριζε ότι «ο βασιλιάς των Ολυμπιακών Αγώνων» και όλων των σπορ ήταν ο στίβος, με τον οποίο είχε ασχοληθεί και ως αθλητής αλλά κυρίως ως εκφωνητής. Τόσο στις περιγραφές του όσο και στα γραπτά του, στις εφημερίδες όπου εργάστηκε, πολύτιμος συνεργάτης ήταν το ανεκτίμητο αρχείο που φρόντιζε να ενημερώνει καθημερινά, σε εποχές που δεν υπήρχε η ευκολία του ίντερνετ. Ηταν αυτό που αξιοποίησε για να εμπλουτίσει το συγγραφικό του έργο («100 χρόνια ποδόσφαιρο», «60 χρόνια Μουντιάλ», «Οι μεγάλες μορφές του αθλητισμού»).

Ποτέ δεν έκρυψε ότι ήταν φίλος του Παναθηναϊκού και της Εθνικής Γαλλίας, αλλά ποτέ δεν είχε αφήσει τον συναισθηματισμό του να επηρεάσει την επαγγελματική του κρίση. Γι’ αυτό και ποτέ κανείς δεν ασχολήθηκε με αυτή τη… λεπτομέρεια. «Πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Διακογιάννη η φωνή», προσυπέγραφε με τους στίχους του τραγουδιού του «Αρχίζει το ματς» ο αείμνηστος Λουκιανός Κηλαηδόνης.

Ο «Ζανό», όπως τον φώναζαν, μετέδωσε 31 τελικούς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών/Champions League, από το 1969 (Μίλαν-Αγιαξ 4-1) μέχρι το 2000 (Ρεάλ-Βαλένθια 3-0). Φυσικά ήταν η βασική φωνή στα Παγκόσμια Κύπελλα ποδοσφαίρου και στίβου.

Η πρόσληψη του Πούσκας

Εργατικός αλλά και κοσμοπολίτης, δέθηκε με προσωπική φιλία με τους περισσότερους πρωταγωνιστές της παγκόσμιας αθλητικής σκηνής, οι οποίοι τον εκτιμούσαν και σέβονταν τη γνώμη του. Ακόμη και η πρόσληψη του Πούσκας στον Παναθηναϊκό του Γουέμπλεϊ προέκυψε με δική του εμπλοκή, αφού οι παράγοντες των ομάδων τον συμβουλεύονταν όταν χρειάζονταν πληροφορίες που αφορούσαν το εξωτερικό.

Υπήρξε ο πρώτος που τιμήθηκε για την εν γένει προσφορά του με το βραβείο «Ελένη Βλάχου» το 2003 ως δημοσιογράφος των «Νέων». Το 2015 τού απονεμήθηκε ο «Χρυσός Σταυρός» από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο.

Υπήρξε νυμφευμένος με τη Βαρβάρα Δράκου, υιοθετώντας την κόρη της (από τον γάμο με τον δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), την επίσης αείμνηστη Ρίκα Βαγιάνη. Κατά δήλωσή της, το επώνυμό της προήλθε από τα ονόματα της μητέρας της και του Γιάννη Διακογιάννη, τον οποίο υπεραγαπούσε.