Η απόσταση από το έργο που διενεργεί ο ποιητής οδηγεί συχνά σε «ποιήματα ποιητικής». Ο επιλογισμός αυτός, ως αναστοχαστική δραστηριότητα, προκύπτει από τις αισθητικές επιλογές του Πατρίκιου κατά την ιστορική τους διαδρομή και ιδίως από τους τρόπους με τους οποίους «εφαρμόζει» τον θεωρητικό λόγο στην ποιητική πράξη.
Ακριβέστερα, στα πρώτα του εγχειρήματα, με τίτλο «Επιστροφή στην ποίηση», μία φορά μνημονεύονται τα «ξένα ποιήματα» (I,40· βλ. και 106), ενώ θα ακολουθήσουν οι λιτές αναφορές στους στίχους του Μαγιακόφσκι και του Eλιοτ (I,53, 61· βλ. και 92).
Μόνον όταν θα έχει σωρευτεί μια συγκομιδή ποιητικής πρακτικής, στα «Χρόνια της πέτρας» (1953/1954), στον Αη Στράτη μαζί με άλλους συνεξόριστους ποιητές, πολλαπλασιάζονται οι εκτιμήσεις του για την ανάδραση ποίησης και «ζωής». Από τη στάση του προς αυτήν κυοφορούνται τα ποιήματα που μόλις «υπάρξουν» μία «στάση» του επιβάλλουν
αντίκρυ στη ζωή (I,225· βλ. και 221, 226, 227, 229).
Υστερα από σποραδικές δευτερεύουσες μνείες της ποίησης ή έμμεσα της γλώσσας που αυτή χρησιμοποιεί (II, 26, 46,74,93,101) ο ποιητής ανανοηματοδοτεί τη σχέση του με το κομμουνιστικό κίνημα, στο πλαίσιο της «αποσταλινοποίησης» που παραμέρισε τους «κόλακες» ποιητές και ματαίωσε την «προσεχή προαγωγή τους» (II, 174). Με στόχο «μιαν άκρη της αλήθειας» προσπαθεί να εθιστεί στο
σκληρό καινούργιο φως
που δεν το βλέπαμε στα χαρακώματα,
με τη βεβαιότητα πάντως ότι στο
χαράκωμα της επανάστασης
δε με διόρισε ποτέ κανείς
κι ούτε μπορεί να μ’ απολύσει (II, 178,183,196).
Με την αυτογελοιοποίηση του ποιητή, όταν θα υιοθετούσε την εξήγηση των «μυστικών συμβολισμών» των έργων του, μέσω της «διαλεχτικής» και έχοντας ως παράδειγμα την «αυτοκαταργημένη πόρτα», μέσα απ’ αυτήν
μπορεί κανείς να βυθομετράει, να βυθράει
να βεθλάει, να βουθλοβάει… (III, 62).
Στην καλύτερη περίπτωση ο ποιητής αποτελεί ένα είδος «μαστροπού» που ρίχνει στην «πιάτσα» τις
πιο μύχιες
τις πιο κοινές
τις πιο πεποιημένες λέξεις (1988:55).
Ακριβώς, ζητώντας «περισσότερο φως» η ποίηση δεν «προσαρμόζει στα παρόντα»
το ίδιο έργο που παίζεται από χρόνια,
αλλά αναζητά «απαντήσεις» σε ερωτήματα που
ακόμα δεν έχουνε τεθεί (2000:54).
Πάντως, μέσα από τη διαρκή διεκδίκηση της αλήθειας καταγράφονται οι μετατοπίσεις απάτη βεβαιότητα «Πατρίδα μας είναι η αλήθεια» και ότι η «μεγάλη σκαλωσιά» της γνώσης ολοένα και πλησιάζει τον ουρανό ώς τα ερωτήματα: «Και τι εστιν αλήθεια» και «Ποιαν αλήθεια κατόρθωσα να πω;» (I,101,185II, 38,1988:44). Είτε ως «ξάφνιασμα» είτε ως φόβος παρεμβάλλονται «δικά σου λόγια ξεχασμένα» να
προφέρονται μ’ ελαφρές παραλλαγές από το στόμα ανθρώπων που θυμούνται (1992:9).
Συχνά το ποιητικό ταξίδι, σε όλους τους σταθμούς και τα γυρίσματά του, προσφέρει ευκαιρίες για την αναδίπλωση του ποιητικού υποκειμένου σ’ αυτό που επιτελεί ως διανοούμενος περιηγητής.
Το διακυβευόμενο «αναστοχάζεσθαι» («être réflexif», κατά τον Bourdieu) υπονοεί ότι αυτός επινοεί κάθε φορά μορφές αμφισβήτησης της πρακτικής που τον χαρακτηρίζει. Η «έξις» αποτελεί έτσι το σύνολο των ενδεχόμενων (και όχι δεδομένων) λύσεων σ’ έναν κόσμο αγοραφοβικό και συνάμα πρωτόγνωρο, που τον καθιστά περισσότερο άξενο η επιβαλλόμενη «pensée unique» ως νομιμοποίηση των οικείων εξουσιαστικών πλεγμάτων και χειραγωγήσεων.
Προφανώς ο ποιητής/ταξιδευτής δεν παραμένει το πρώτον κινούν ακίνητον στους δακτυλίους της επικοινωνίας, τους οποίους βέβαια επιδιώκει διαρκώς να διευρύνει και να εμπλουτίζει σε βιώματα. Συχνά όμως, ανάλογα με την ιστορικοκριτική του σκευή και τους τρόπους εφαρμογής της στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του τόπου του, αυτού δηλαδή που ζει κάθε φορά, κατορθώνει να αποκρούει τις παγιδεύσεις του «homo folcloristicus» που αρκείται στην αυταρέσκεια των «αστείων» θρηνώντας τον ανέκκλητο παρθενικό υμένα όσων έχουν ήδη χαθεί.
Ο ταξιδιώτης/αφηγητής συνθέτει τις «μαρτυρίες» του μέσα από τη δημιουργική αναστάτωση που εμπεριέχει το «έτερον», σε όποια διάσταση κι αν αυτό νοηθεί:
αμίλητος ανασαίνεις τις ίδιες μυρωδιές
ακούς τους ίδιους ήχους
αναγνωρίζεις τ’ ανεπαίσθητα
που συντελούνται (1992:12).
Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προσπαθεί να υπερκεράσει «φαινόμενα γιγαντισμού», όταν πάλι του «κρύβουνε τη θέα» αναμνήσεις
θρεμμένες με απόβλητα
κορμιών και περιστατικών και πόλεων (1992:20).
Τουτέστιν προς την «αυτοπροσωπογραφία»; Η αναστοχαστική λειτουργία της ποίησης και η συναφής κατοπτρική της στάση οδηγούν τον ποιητή σε διαδοχικά εγχειρήματα αυτοπροσωπογραφίας, στα οποία πλέον δεν αντικαθιστά ο πληθυντικός τον ενικό αριθμό ούτε το τρίτο το πρώτο πρόσωπο. Ισχύει βέβαια και για τον ίδιο τον ποιητή ό,τι έγραψε γενικώς για τη μεταβολή συγκεκριμένων σταδιοδρομιών σε «νοητικές συλλήψεις» και σε «χαρτονένια σύμβολα κοινωνικών διαδικασιών»:
πόσο ευκολότερα μπορείς να τους σκοτώσεις
σαν άψυχες φιγούρες σκοπευτηρίου σε πανηγύρι (1988:68).
Και με έναν τόνο υστεροφημίας αναρωτιέται ποια «εικόνα» θα μεταδίδουν τα παιδιά του στα εγγόνια του:
κι οι μυστικές πλευρές μου που φρόντιζα να κρύβω
ή κάποτε τις υποδήλωνα διογκωμένες
θα υπάρχουν, ή πρώτες αυτές θα ’χουν χαθεί; (1988:66).
Και όπως «ελάχιστες» ώρες στη ζωή μας
κυκλοφορούμε με διαφάνεια γυαλιού,
η αυτοπροσωπογραφία διενεργείται με λιτά μέσα:
Από τα δεκατέσσερά μου χρόνια
βλέπω τον κόσμο μέσα από γυαλιά.
Πάνε σαράντα χρόνια που μόνο εγώ
μπορώ να εξετάζω γυμνό το πρόσωπό μου (1988:58,28)
Συναφώς, η αυτοβιογραφία δεν αναλίσκεται σε «αναθύμηση» του παρελθόντος, αλλά στην επίτευξη μιας «δεύτερης, ή και μιας τρίτης, παράλληλης ζωής». Τούτο συμβαίνει ακόμη και στη «σπάνια περίπτωση» που παραμένει «εντελώς πιστή στα γεγονότα» (1993:206), εφόσον συνιστά μια «ατομική εσωτερίκευση του κόσμου» που διακινείται ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη και στοιχηματίζει στο παρόν για μια «παρτίδα που η έκβασή της θα κριθεί σ’ ένα απώτερο μέλλον» (1984:191-199). Ετσι, στο «παιγνίδι των κατασκευών» που θα μπορούσε να επιδίδεται το ποιητικό υποκείμενο οι «καταθέσεις παραμένουν οι ίδιες»:
Πίσω από την πλάτη μου
στέκεται ακοίμητος και μ’ ελέγχει
των πρώτων χρόνων μου ο εαυτός.
Με τον τρόπο βέβαια που συνδέεται και «αποσυνδέεται» με τους ανθρώπους που γνώρισε, παρατηρώντας τους πως
Παθιάζονται για έρωτες, για δόξα ή για χρήμα
θυσιάζονται σε κοινούς ατελείωτους αγώνες
ζητωκραυγάζοντας και τραγουδώντας,
αντί για «εποποιία που να μας απαθανατίζει» προσδοκά απλώς να συνθέσει την «προσωπογραφία» με «κάποια θραύσματα ζώων»
πέντε έξι ανθρώπων του καιρού του (Ιαν.- Φεβρ. 2003:6,31).
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γιώργου Αρχιμανδρίτη, Τίτος Πατρίκιος, Αθήνα 2022, σσ.128, με υπότιτλο στίχο του ποιητή: «Μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω». Πρόκειται για μια άκρως συνεκτική «αυτοβιογραφία» (101) υποβοηθούμενη προφανώς από τις διαδοχικές ερωτήσεις, ολιγόστιχες ή όχι. Οι φωτογραφίες (από το 1931) και οι παρατιθέμενοι στίχοι (ορισμένοι πρωτοδημοσιευόμενοι) συγκρατούν την «ίσαλο γραμμή της πορείας» του Πατρίκιου, το «ταξίδι» του ως «δημιουργού» (53). Πρόκειται για «συνομιλίες» των ετών 2007-2020 που «εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία» (10), τόσο για τον «ποιητικό του κόσμο» (27), που τον κατέστησε «πεπρωμένο του» (39), ακόμη και με τις «περιπέτειες» (71) και τα «στάδιά» τους (110) που το συνόδευαν, όσο και για τη «συμμετοχή στον κοινωνικό αγώνα» (95), αντιλαμβανόμενος τα «πράγματα που αλλάζουν» (128). Και για να συνεχίσω με τον υπότιτλο (100):
«να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Οσο μπορώ, κι όσο κρατήσω»…
Ας μου επιτραπεί, απευθυνόμενος στον Γ. Αρχιμανδρίτη, να υποδείξω ότι ο «Κρούγκερ» (σ.122) είναι ο Arnold Ruge, παραλήπτης όντως επιστολής του νεαρού Mαρξ (βλ. Ο Marx στον καθρέφτη, Αθήνα 2014, 47 και 51/52).
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
