Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απόγνωση και δυστυχία για όσους έζησαν την πύρινη λαίλαπα στο Μάτι στις 23 Ιουλίου 2018.

Η δίκη συνεχίστηκε με την κατάθεση της Βασιλικής Μίχα που έχασε τον 23χρονο αδελφό της, Βίκτωρα. Η νεαρή γυναίκα περιέγραψε στο δικαστήριο τον εφιάλτη που έζησαν (η ίδια και η μητέρα της) την μοιραία ημέρα όταν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν μεσοπέλαγα το άψυχο κορμί του αδελφού της για να σωθούν οι ίδιες.

Η μάρτυρας κατέθεσε πως αιφνιδιάστηκαν από τη φωτιά και έφυγε από το σπίτι φορώντας πιτζάμες και παντόφλες. Όπως περιέγραψε η ίδια ο αδελφός της, η μητέρα τους και μια φίλη της μπήκαν στο αυτοκίνητο αλλά έπεσαν σε μποτιλιάρισμα.

«Υπήρχε κατάσταση πανικού από το πουθενά και ξαφνικά» ανέφερε χαρακτηριστικά για να πει στη συνέχεια πως εγκατέλειψαν το αυτοκίνητο και πήγαν στη θάλασσα που ήταν δίπλα τους με την φωτιά να τους ακολουθεί.

«Δεν είχαμε άλλη επιλογή…Αν είχαμε καθυστερήσει να φύγουμε δύο τρία λεπτά η φωτιά θα μας είχε προλάβει και θα είχαμε καεί μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε κάποιος να μας ειδοποιήσει … Να χτυπήσει μια καμπάνα….Ένας να είχε ειδοποιήσει κάποιον θα είχαμε φύγει και τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά…» είπε.

Πώς κατέληξαν στο νερό

Οι δραματικές ώρες συνεχίστηκαν. «Τα κουκουνάρια που καίγονταν έπεφταν πάνω μας. Και για να μην καούμε τρέχοντας μπήκαμε στο νερό» ανέφερε έντονα φορτισμένη και συνέχισε λέγοντας πως μέσα στο νερό πια, μετά από αρκετή ώρα, η φίλη τους, Αμαλία πέθανε. «Η μητέρα μου θεώρησε σωστό να την κρατήσει δίπλα της γιατί πιστεύαμε ότι κάποιος θα έρθει να μας μαζέψει. Ήθελε να την πάει στα παιδιά της» κατέθεσε και συνέχισε λέγοντας πως ήταν η στιγμή που ο αδερφός της  άρχισε να παραπονιέται για κράμπες στα πόδια  και να λέει πως δεν θα τα καταφέρει. «Μόλις αντιλήφθηκε ότι η Αιμιλία δεν ήταν στη ζωή πανικοβλήθηκε. Μετά από δύο κύματα ο Βίκτωρας έφυγε. Ήταν γυρισμένος ανάποδα .Η μαμά μου δεν ξέρω πως άντεξε και το αντιμετώπισε. Τον γύρισε είδε το πρόσωπο του και ήταν μαύρος . Δεν το πίστευα ότι είχε φύγει. Μου έλεγε ο Βίκτωρας δεν είναι, πλέον, στη ζωή… Περίμενα κάποιον να έρθει .Τον κρατούσα. Μου είπε αν συνεχίσεις να τον κρατάς θα φύγεις και εσύ ,θα φύγω και εγώ….» είπε κλαίγοντας και συμπλήρωσε πως για να μην χωριστεί με τη μητέρα της έδεσαν με ένα ρούχο τους καρπούς τους.

Η μάρτυρας περιέγραψε τις αγωνιώδεις προσπάθειες τους να παραμείνουν ζωντανές παλεύοντας με τα κύματα, τις καύτρες που έπεφταν από το μαύρο ουρανό και το κρύο ενώ η θάλασσα έφερε κοντά τους δυο πτώματα γυναικών.

Ένα καΐκι στις 11 το βράδυ τις βοήθησε πετώντας τους δυο σωσίβια και με αναφιλητά περιέγραψε πως φτάνοντας στη Ραφήνα  βρέθηκαν «στο έλεος του Θεού».

Η μητέρα του 23χρονου

Η μητέρα του 23χρονου Βίκτωρα Αθηνά Μουτάφη, κάλεσε τους δικαστές να μην φανούν κατώτεροι των περιστάσεων όπως οι αρμόδιοι την μοιραία ημέρα της φονικής πυρκαγιάς και συγκλόνισε περιγράφοντας πως αποφάσισε να αφήσει τον νεκρό γιο της στη θάλασσα για να σώσει την κόρη της.

Η γυναίκα περιέγραψε πως φύγανε «άρον άρον» από το σπίτι με τον ένστικτο να τους οδηγεί στη θάλασσα.

«Μέχρι να μπούμε  στη θάλασσα λες και ανοίξαμε μια πόρτα και βρεθήκαμε στην κόλαση… Κάποια στιγμή ο Βίκτωρας μου έλεγε δεν αισθάνεται καλά και πως  θα πεθάνει. Μου λέγε δεν θα αντέξω. Προσπαθούσα να τον ηρεμήσω.» είπε και συνέχισε  «Εκείνη την ώρα δεν βλέπαμε ούτε στεριά ούτε τίποτα. Μας κουκούλωναν τα κύματα. Λες και μας είχες ρίξει στην άβυσσο. Η έγνοια μου ήταν να μην χαθούμε». Μετά από δυο ώρες , κατέθεσε, η φίλη της Αμαλία της έκανε ένα νεύμα λέγοντας της «πες στα παιδιά μου ότι τα αγαπάω πολύ». «Ο Βίκτωρας τα έβλεπε όλα αυτά και επιβάρυναν την κατάσταση του. Κάποια στιγμή η Αιμιλία εγκατέλειψε. Ήμουν σε κατάσταση πανικού. Ήθελα να τη βάλω έξω να τη δουν τα παιδιά της γιατί ήμουν σίγουρη ότι κάποιος θα έρθει να μας μαζέψει. Γι αυτό και δεν την άφηνα…» κατέθεσε και με συγκλονιστικό τρόπο περιέγραψε τη στιγμή που κατάλαβε πως το παιδί της είχε φύγει από τη ζωή. «Είδα τον Βίκτωρα μπρούμυτα να επιπλέει. Το γύρισα ανάσκελα και του μιλούσα και δεν απαντούσε. Ήταν μαύρος παντού. Ο χειρότερος εφιάλτης που φαντάζεστε εσείς οι γονείς, εγώ τον έβλεπα μπροστά μου… Ή θα πήγαινα μαζί του ή θα άφηνα τον Βίκτωρα να σώσω τη Βάσια» είπε καταρρακωμένη και συνέχισε  «Δεν ξέρω πώς το έκανα μη με ρωτάτε. Λειτούργησε το μητρικό ένστικτο . Αποφάσισα να πάρω τη Βάσια και να φύγουμε. Δεν έχω λόγια να σας περιγράψω εκείνες τις στιγμές. Δεν υπάρχουν λέξεις στο ελληνικό λεξικό. Τελικά συνεχίσαμε .Τον άφησα και έφυγα. Ήθελα να ουρλιαξω… Ήθελα να βουτήξω στη θάλασσα να πάω να τον φέρω πίσω. Δεν το πίστευα αλλά της έλεγα θα τα καταφέρουμε. Έβγαλα το εσώρουχο μου και δέσαμε τους καρπούς μας για να μη χαθούμε. Μας πήγαιναν τα κύματα όπου ήθελαν. Στις τρεις ώρες μέσα στη θάλασσα έφυγε το παιδί μου …».

Έχασε την ηλικιωμένη μητέρα του

Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε και ο Αναστάσιος Αθανασόπουλος ο οποίος στο Μάτι έχασε την ηλικιωμένη μητέρα του. Ο μάρτυρας περιέγραψε την προσπάθεια του να εντοπίσει μέσα στην καταστροφή την μητέρα του. Έψαξε στο σπίτι τους, στα ξενοδοχεία , τα νοσοκομεία και τις λίστες που είχαν καταγράψει τα ονόματα χωρίς να καταφέρει να τη  βρει. Ο μάρτυρας συγκλόνισε όταν περιέγραψε πως αναγνώρισε τη μητέρα του από το δαχτυλίδι που φορούσε.