ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλίκη Ξένου - Βενάρδου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εικόνες μιας εποχής διχασμού αλλά και αλληλεγγύης, ηρωικής ζωής σε καθημερινή αναμέτρηση με τον θάνατο. Κι ένας συγγραφέας που αγαπάει βαθιά τους ήρωές του

Ο γλύπτης Θόδωρος Καβάσης στα πρώτα του βήματα βρέθηκε κοντά στον λαϊκό γλύπτη Κώστα Παπαδάκη και τον λαϊκό ζωγράφο Παναγιώτη Στάνγκο, που δεν του έμαθαν μόνο την τέχνη τους αλλά και τον εισήγαγαν στη μαρξιστική σκέψη, στην «υψηλή τέχνη της νόησης»

ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ ΞΕΝΟΥ-ΒΕΝΑΡΔΟΥ*

Μνήμες του ανήλικου τότε Θόδωρου Καβάση, σημαντικού σήμερα γλύπτη και συγγραφέα, από τα δύσκολα, άγνωστα στους νεότερους, μεταπολεμικά χρόνια. Διηγήματα που ξαναζωντανεύουν υπαρκτές προσωπικότητες «ασήμαντες μα σημαντικές», που έζησαν και έδρασαν στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας, στη διάρκεια του Εμφυλίου.

«Η λιτανεία των λεληθότων και απολωλότων» ο τίτλος του βιβλίου, που είναι μια αποκάλυψη: «διαμαντάκια» με αξία όχι μόνο λογοτεχνική αλλά και ιστορική για μια γενιά ανθρώπων που έζησαν τη «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και καθημερινών ηρωισμών.

Στις γειτονιές τις προσφυγικές, εκεί, στα Πετράλωνα, στον Ασύρματο, στις μάχες του Φιλοπάππου, πολεμούσαν με σφεντόνες, πέτρες, μαχαίρια, κοντάρια με δεμένες στρατιωτικές λόγχες, αλλά και Στεν. Χαρακτηριστική η περιγραφή μιας αντάρτισσας της πόλης: «Οι μάχες με τους Χίτες στο Φιλοπάππου ήταν αρκετές. Το Φιλοπάππου άλλαζε συνεχώς χέρια.

Οταν μαζί με άλλα τμήματα η Κατερίνα Σερέτη με την ομάδα της επετέθη στο Θ΄ Αστυνομικό Τμήμα, οι μάχες στο Φιλοπάππου είχαν κοπάσει, αυτή μπροστά με ένα Στεν στο χέρι, φορώντας μια σχεδόν κουρελιασμένη ιταλική χλαίνη, μπαρολέ μαύρες κάλτσες και πάνω από αυτές χοντρές στρατιωτικές, λάφυρα από τους Ιταλούς. Φορούσε μαύρη μαντίλα τυλιγμένη σφιχτά στο κεφάλι αφού πενθούσε την πατρίδα που ήταν σκλαβωμένη».

Ο θάνατος καραδοκούσε παντού, ο διχασμός άγγιζε και τις οικογένειες, όπως μιας κοπελιάς, της Κλειώς, που είχε αρραβωνιαστικό χωροφύλακα και αδελφό κομμουνιστή. Δολοφονίες αθώων. Γιουρούσια των φτωχών σε σπίτια μαυραγοριτών, λαϊκά δικαστήρια, αλλά και μπλόκα με Τόμιγκαν για μαζικά αντίποινα στον λαό των Πετραλώνων. Ηγετικές φυσιογνωμίες στη συνοικία, βίαια ψυχολογικά παιχνίδια των εξουσιαστών στους κρατούμενους, οι χαφιέδες. Αλλά και η ανθρώπινη αλληλεγγύη που έσωσε ζωές κι από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές…

Από το χαμόγελο να ξαναρχίσουμε

Οι διηγήσεις φτάνουν και στα πρώτα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, τη δεκαετία του 1950. Οι ηλικιωμένοι αναγνώστες/τριες θα ξαναθυμηθούν εικόνες της νιότης τους: το ξύλινο ψυγείο, ο πάγος στον δρόμο, οι χωματόδρομοι, τα διώροφα παραπήγματα, οι εσωτερικές αυλές με το αποχωρητήριο έξω, τα βερεσέδια με τα τεφτέρια στα μπακάλικα, οι ρεφενέδες, οι παλιές λαϊκές ταβέρνες με τη ρετσίνα και τους φτωχικούς μεζέδες της παρέας, το κυριακάτικο ψητό στον φούρνο… Οι πρώτες πολυκατοικίες… Αλλά και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα των εφήβων, οι κρυφές συνευρέσεις τους τότε που τα σπίτια ήταν ανοιχτά…

Ενδιαφέρουσα πτυχή αυτών των διηγημάτων είναι η περιγραφή της κατάστασης των γυναικών: ψυχοκόρες που έπεφταν θύματα των –συχνά βίαιων και σαδιστών– αφεντικών τους και κατέληγαν στην πορνεία… Φτώχεια και εξαγορά, ψυχολογικά παιχνίδια και εκβιασμοί των αρσενικών, αλλά και η προσπάθεια ορισμένων θυμάτων να «τυλίξουν» τον επίδοξο εραστή. Αθέλητες εγκυμοσύνες και «διορθωτικές επεμβάσεις» που χρησίμευαν σαν θεμέλιο του μελλοντικού «ευτυχούς γάμου».

Αυτό που ξαφνιάζει όμως πέρα από τις παραδοσιακές εικόνες των γυναικών είναι κάποιοι χαρακτήρες που μοιάζει να προαναγγέλλουν τη γυναικεία χειραφέτηση. Η Γιώτα, λ.χ., επαναστάτρια, μάγκισσα, εργαζόμενη, με προσωπικότητα που όλοι υπολογίζουν, σεξουαλικά απελευθερωμένη και… καφενόβια – μέσα σ’ όλες τις συζητήσεις.

Ο συγγραφέας αγαπάει τους ήρωές του –άλλωστε έχει ζήσει μαζί τους– και τους «ξαναβλέπει» μ’ ένα χαμόγελο κατανόησης και επιείκειας. Να σταθούμε ιδιαίτερα στο διήγημα «Ο Αντώνης κι ο Αντώνιος». Οι δύο χαρακτήρες σαν να είναι η διπλή όψη ενός νομίσματος: ο Αντώνης, Μικρασιάτης, ασπριτζής και επαναστάτης· ο Αντώνιος από τη Χίο, παπάς. Και οι δύο ασκητικοί τύποι, με αγάπη για τον συνάνθρωπό τους. Ο παπάς δεν δέχεται ποτέ χρήματα!

Ο συγγραφέας –παιδάκι τότε– μιλάει και με τους δύο: «Κυρ Αντώνη –του λέω μια φορά– τα ίδια λέει κι ο πατήρ Αντώνιος». Εγκάρδιοι στη σχέση μεταξύ τους οι δύο συνονόματοι – κι ο πατήρ Αντώνιος θα ομολογήσει: «Ο Θεός προτιμά αυτούς που κάνουν το θέλημά του χωρίς να πιστεύουν, από αυτούς που πιστεύουν και τον προδίδουν». Ο πατήρ Αντώνιος μια μέρα χάθηκε – κανείς δεν ήξερε πού πήγε. Και ο Αντώνης προς το τέλος της ζωής του μιλώντας στον συγγραφέα: «Αν όλοι οι τίμιοι άνθρωποι είχαν μείνει στο Κόμμα, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς – η θέση σου είναι εδώ αν είσαι τίμιος άνθρωπος».

«[…] Εριξε τη μάσκα της σοβαρότητας και φόρεσε αυτό το χαμόγελο, που ήταν το αληθινό του πρόσωπο. Ο άνθρωπος αυτός χαμογελούσε ακόμα. Στο πρόσωπό του πέρασε όλη η χαμένη γενιά η μυθική, που ήταν και η τραγωδία του καιρού μας. Σκέφτηκα ότι αν πρέπει να ξαναρχίσουμε από κάπου, ίσως από εκεί πρέπει να ξαναρχίσουμε. Από αυτό το χαμόγελο. Θυμήθηκα τους σύγχρονους πολιτικούς αναλυτές, τους “οικονομικούς ρεαλιστές”, και συμβιβαστές, τους λέκτορες, πρώην μαρξιστές, που γυρίζουν από συγκέντρωση σε συγκέντρωση, έχοντας μετατρέψει τον διασυρμό του εαυτού τους και της ιδεολογίας τους σε επιστήμη και επάγγελμα. Ναι, αν ξαναρχίσουμε, πρέπει απ’ αυτό το χαμόγελο να ξαναρχίσουμε», καταλήγει ο συγγραφέας.


Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr