Ο στολισμός του δέντρου είναι συνυφασμένος με τον εορτασμό των Χριστουγέννων, όπως είναι το βάψιμο των κόκκινων αυγών με το Πάσχα.
Από πού προήλθε, όμως, το έθιμο του δέντρου των Χριστουγέννων; Πώς θα αντιδρούσε η κοινωνία στις αρχές του 20ού αιώνα εάν κάποιος δήμαρχος της Αθήνας έκοβε ένα μεγάλο έλατο και το τοποθετούσε στην πλατεία Συντάγματος, όπως γίνεται σήμερα;
Το βέβαιο είναι ότι η κοπή των ελάτων δεχόταν έντονες επικρίσεις από τις στήλες των εφημερίδων ως καταστροφική για τον δασικό πλούτο.
Γι’ αυτό άλλωστε οι Γερμανοί, που διέδωσαν το έθιμο σε όλο τον σύγχρονο κόσμο, άρχισαν από τη δεκαετία του 1880 να φτιάχνουν τεχνητά δέντρα, αρχικά από πούπουλα χήνας.
Πάντως, πολλοί ερευνητές συνδέουν το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου με τελετές των αρχαίων Αιγυπτίων, Ελλήνων και Ρωμαίων.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι στόλιζαν με κλαδιά αειθαλών δέντρων τα σπίτια και τους ναούς τους την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου (21 Δεκεμβρίου) προς τιμήν του θεού του ήλιου, Ρα, θεωρώντας ότι εκείνες τις μέρες ανάρρωνε από ασθένεια και ξαναρχόταν το καλοκαίρι.
Ανάλογος στολισμός γινόταν την ίδια περίοδο και από τους Ρωμαίους, στο πλαίσιο γιορτής που ονομαζόταν Saturnalia προς τιμήν του Κρόνου, του θεού της γεωργίας.
Στην αρχαία Ελλάδα παρόμοιο έθιμο υπήρχε στην Αθήνα, κατά τη γιορτή των Πυανέψιων, την έβδομη ημέρα του Πυανεψιώνος μηνός (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), κατά την οποία σύμφωνα με τον μύθο επέστρεψε ο Θησέας έχοντας σκοτώσει τον Μινώταυρο.
Στη διάρκεια της γιορτής γινόταν πομπή στον Ναό του Δελφινίου Απόλλωνος (στον ποταμό Ιλισό).
Τότε, παιδιά, που ζούσαν και οι δύο γονείς τους, κρατούσαν την «ειρεσιώνη» (προέρχεται από το έριον= μαλλί), ένα κλαδί από ελιά ή αγριελιά (κότινο), στολισμένο με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και με κρεμασμένους τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, κάστανα, δημητριακά κ.ά.) υποδηλώνοντας το τέλος της αφορίας.
Τα βυζαντινά χρόνια αυτά τα έθιμα, όπως και άλλες γιορτές της αρχαιότητας, καταδικάστηκαν ως ειδωλολατρικά και απαγορεύτηκε η τέλεσή τους.
Ορισμένοι ερευνητές αναφέρουν ότι ο ιδιόρρυθμος αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’, ο επιλεγόμενος Μέθυσος (839-867), κάποια παραμονή Χριστουγέννων διέταξε τους αυλικούς του να τοποθετήσουν ένα μεγάλο έλατο στην πλατεία κοντά στα ανάκτορα και έπειτα κρέμασε ο ίδιος διάφορα κεριά.
Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι αυτό επαναλήφθηκε και, πολύ περισσότερο, πως επικράτησε ως συνήθεια στην Κωνσταντινούπολη.
Το βέβαιο είναι ότι στον καθαρά ελλαδικό χώρο το αρχαίο έθιμο είχε ξεχαστεί και ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου εμφανίζεται τον 19ο αιώνα με την άφιξη των Βαυαρών του Οθωνα. Γι’ αυτό καταγράφτηκε στη συλλογική μνήμη ως ξενόφερτο έθιμο.
Ετσι, σε πολλές εφημερίδες διαβάζουμε ότι είναι «ξένον έθιμον» (εφημ. «Εμπρός» φ. 30.12.1896) και πως «η καταγωγή του δένδρου των Χριστουγέννων είναι γερμανική» (εφημ. «ΣΚΡΙΠ» φ. 25.12.1903).
Αλλωστε, όπως προκύπτει από πολλές πηγές, αυτό το όμορφο έθιμο ήταν διαδεδομένο κατά τον 16ο αιώνα στη Γερμανία και από εκεί «ταξίδεψε» σε όλο τον κόσμο.
Στην Αγγλία είχε στολίσει, τη δεκαετία του 1790, δέντρο για τις γιορτές η Σαρλότ, η γερμανικής καταγωγής σύζυγος του βασιλιά Γεωργίου Γ’. Ομως, το έθιμο επικράτησε λίγο αργότερα, στα χρόνια της επίσης γερμανικής καταγωγής βασίλισσας Βικτωρίας.
Στις συντηρητικές ΗΠΑ, παρότι οι γερμανικοί οικισμοί της Πενσιλβάνια είχαν κοινοτικά δέντρα από το 1747, θεωρήθηκαν το 1840 παγανιστικά σύμβολα και πολλοί προσπάθησαν ανεπιτυχώς να σταματήσουν το έθιμο.
Στην Ελλάδα ο στολισμός του δέντρου ξεκίνησε με την άφιξη των Βαυαρών του Οθωνα και μαζί «εισήχθη το έθιμο της παροχής αθυρμάτων (=παιχνιδιών) και δώρων», όπως έγραφε το 1896 η εφημερίδα «Εμπρός».
Ωστόσο, για πολλά χρόνια ο στολισμός του δέντρου γινόταν μόνο στο Παλάτι και από εύπορες οικογένειες καθώς συνοδευόταν με τη διανομή δώρων, που σήμαινε δυσβάστακτο κόστος για τη λαϊκή οικογένεια.
Σε ένα εξαιρετικό ευθυμογράφημα, πιθανότατα του λογοτέχνη Τίμου Μωραϊτίνη, στην εφημερίδα «Εμπρός» (1905) αποτυπώνεται παραστατικά η αντίληψη που επικρατούσε, ότι για τη λαϊκή οικογένεια ο στολισμός του δέντρου ήταν μεγάλο κόστος, καθώς ο πατέρας μπροστά στην επιμονή συζύγου και κόρης να κάνουν τη γιορτή στο σπίτι, εμφανιζόταν να λέει:
«Καλέ, είσθε στα καλά σας που θα κάνουμε τέτοια γιορτή σπίτι μας; Ιστορίες θέλετε ν’ ανοίξετε πάλι; Με τι λεπτά; Τι θα τον κάνετε τόσον κόσμο;».
Πάντως, σταδιακά η «γιορτή του δέντρου», όπως την ονόμαζαν, είχε γίνει το επίκεντρο διαφόρων φιλανθρωπικών εκδηλώσεων για την οικονομική ενίσχυση ιδρυμάτων.
Οπως διαβάζουμε σε εφημερίδα του 1903, η γιορτή του δέντρου του Ασύλου της Αγίας Αικατερίνης ξεκινούσε από το μεσημέρι και συνεχιζόταν μέχρι το βράδυ. Η είσοδος ήταν μία δραχμή (όχι αμελητέο ποσό για την εποχή) και κάθε παιδί έπαιρνε ένα δώρο ενώ με άλλη μία δραχμή αγόραζαν λαχνό, με τον οποίο όλοι κέρδιζαν. Οι συμμετέχοντες κάθονταν σε τραπέζια και απολάμβαναν συνήθως συναυλίες.
Ο επίσης μεγάλος λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου σχολιάζοντας τις συνεχόμενες γιορτές των διαφόρων ιδρυμάτων έγραφε σε χρονογράφημά του στην εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» (φ. 29.12.1903): «Το όλον δύο δένδρα, αντί ενός που εγίνετο μέχρι τούδε. Τι φιλοδασία! (…) Και τα δύο εξεπορτοφόλισαν τας Αθήνας».
Αυτό που καυτηρίαζαν έντονα οι εφημερίδες της εποχής σε σχέση με το έθιμο ήταν η κοπή των δέντρων, που απειλούσε τον ήδη λιγοστό δασικό πλούτο της χώρας.
«Δεν μας έφθαναν οι εμπρησταί, οι ξυλευταί (…) αλλά ήλθε και αυτή η συνήθεια να προστεθή εις τόσους δενδροφάγους!», έγραφε το 1905 εφημερίδα σε πρωτοσέλιδο άρθρο της ενώ σε άλλη διαβάζουμε:
«Η εορτή αύτη θα ηδύνατο να ονομασθή πρασίνη (…) αλλ’ όχι πρασίνη εορτή, κηδεία πρασίνη, διότι περί τοιαύτης πρόκειται».
Αυτές οι απόψεις συνεχίστηκαν να διατυπώνονται μέχρι και τον Μεσοπόλεμο. Στην εφημερίδα «Βραδυνή» τη δεκαετία του 1930 διαβάζουμε ότι «το έθιμον του Δένδρου των Χριστουγέννων, από δασικής απόψεως, είναι βάρβαρον, δεδομένου ότι συντείνομεν εις την μείωσιν της φυσικής καλλονής, καθ’ ον χρόνον γίνεται τόσος αγών υπέρ του πρασίνου».
Σήμερα, παρότι υπάρχουν και όμορφα ψεύτικα δέντρα ή αληθινά από φυτώρια, δεν έχουν μεγάλη επικαιρότητα οι παραπάνω αναφορές;
