Αντιγραφή από προσωπικό ημερολόγιο: «Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2022, 9:59. Θλιβερό άγγελμα! Μόλις τηλεφώνησε ο αδελφός μου ότι πέθανε ο Κώστας Βασιάκος. Συμμαθητής μου σε Δημοτικό και Γυμνάσιο. Συμφοιτητές με τον αδελφό μου στη Νομική Θεσσαλονίκης. Φίλος. Μαθητάρα. Ιδιοφυής και… άτακτος· ένεκα αταξίας τον είχαν αποβάλει από το Βαρβάκειο! Δικηγόρος με απίστευτη νομική κατάρτιση που ουδέποτε δικηγόρησε· εργάστηκε ως βοηθός συμβολαιογράφου της συμβολαιογράφου γυναίκας του, της εξαίρετης Χριστίνας. Με βοήθησε με συμβουλές και κρίσιμες υποδείξεις σε εργασία μου στο Συνταγματικό Δίκαιο για τη λαϊκή κυριαρχία· αυστηρός και επίμονος! Δυστυχώς, εδώ και δύο χρόνια, έχω ένα ογκώδες βιβλίο του-έργο ζωής και καν δεν το ξεφύλλισα ακόμα! Οικογενειακή γνωριμία ανεξίτηλη· οι γονείς του (ανώτερος τραπεζικός ο πατέρας του και αριστερός) ήταν πελάτες μας στο μανάβικο. Αμπελοκηπιώτες. Μόλις πριν από λίγες μέρες, δεν ξέρω γιατί, είχα στη σκέψη μου τη μητέρα του, και κάποιες συζητήσεις, γόνιμες, που είχα κάνει με τον πατέρα του στην εφηβεία μου. Πέθανε από καρκίνο, όπως και ο νεότερος αδελφός του, Νώντας, πριν από αρκετά χρόνια. Στενοχωρήθηκα. Παρακολουθούσε και τα χρονογραφήματά μου ανελλιπώς. Μου έκανε και κριτική! Στενοχωρήθηκα. Τι να γράφω τώρα για Υμηττούς, περιπάτους και τρίχες. Στενοχωρήθηκα. Νιώθω και τύψεις. Πάντα είναι αργά σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Ποτέ δεν προφταίνεις να κάνεις για κάποιον όσα ήθελες να κάνεις! Ποτέ δεν προφταίνεις!..».
Ανοιξα το βιβλίο: Λεύκωμα, ντοσιέ διάτρητο: «Πεντάλοφος Βοΐου – Η μυθολογία ενός χωριού», νομίζω το χωριό της γυναίκας του, νομός Κοζάνης. Οι Βασιάκοι βαστούσαν από το Λεβίδι Αρκαδίας. Ο Κώστας συγκέντρωνε υλικό, να φτιάξει (ίσως και έφτιαξε!) λαογραφικό μουσείο στο Λεβίδι. Το βιβλίο –προλογίζει ο ίδιος– «Γράφτηκε σε χειροκίνητη μηχανή του 1945, σε πολυτονικό σύστημα, χωρίς προσφυγή στο διαδίκτυο. Σκοπός του δεν ήταν η καταγραφή της ιστορικής αλήθειας, αλλά του κλίματος της εποχής, που πέρασε…».
