ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο νέος άγριος κόσμος της υποκλοπής πληροφοριών και ζωών

Η ανακάλυψη, το 1953, της χημικής δομής και της λειτουργίας του DNA και η ολοκλήρωση, το 2003, του διεθνούς προγράμματος χαρτογράφησης του ανθρώπινου γονιδιώματος, θα πυροδοτήσουν τις επόμενες δεκαετίες μια σειρά από εκπληκτικές ανακαλύψεις, που θα επιβάλουν την πρωτοκαθεδρία της μοριακής προσέγγισης της ζωής στις βιολογικές και ιατρικές επιστήμες.

Πράγματι, τα αμέσως επόμενα χρόνια όχι μόνο αποκρυπτογράφησαν τον «γενετικό κώδικα», δηλαδή τους κανόνες έκφρασης των γονιδίων, αλλά αποκάλυψαν την ακριβή χημική δομή και διάταξη του γονιδιώματος αναρίθμητων οργανισμών. Επίσης, έμαθαν πώς να ανασυνδυάζουν και να κλωνοποιούν εργαστηριακά τα γονίδια από διαφορετικούς οργανισμούς, δημιουργώντας έτσι εντελώς νέες «διαγονιδιακές», δηλαδή υβριδικές μορφές ζωής. Κοντολογίς, επινόησαν τη Γενετική Μηχανική, οι τεχνολογικές εφαρμογές της οποίας είναι η Βιοτεχνολογία και η Συνθετική Βιολογία (βλ. «Μηχανές του Νου» 12/12/2022).

Σκοπός της επινόησης των σύγχρονων βιοτεχνολογικών πρακτικών είναι η στοχευμένη τροποποίηση γονιδιωμάτων για την παραγωγή αγαθών ή λειτουργιών επωφελών για τους ανθρώπους: περισσότερων και ανθεκτικότερων γεωργικών ή κτηνοτροφικών προϊόντων, νέων ιατρικών πρακτικών γονιδιακής θεραπείας, δημιουργία ποικίλων φαρμακευτικών ουσιών ή και ο ανασχεδιασμός του έμβιου οικολογικού μας περιβάλλοντος.

Επομένως, οι νεόκοπες, ιδιαιτέρως επεμβατικές βιοτεχνολογίες διαφοροποιούνται ποιοτικά από τις πανάρχαιες, εμπειρικές και δυσμετάβλητες βιοτεχνολογικές πρακτικές των ανθρώπων, όπως π.χ. η γεωργία, η κτηνοτροφία κ.ά. Και μολονότι οι πρώτες, ήπιες βιοτεχνολογικές δραστηριότητες δεν προϋπέθεταν μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη επιστημονική γνώση του αντικειμένου εφαρμογής τους, ήταν ιστορικά δοκιμασμένες και σχετικά ασφαλείς, τόσο για τους ανθρώπους όσο και για το οικολογικό τους περιβάλλον.

Η πλανητική απειλή του γενετικού φακελώματος

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης των αγορών, η εκρηκτική ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας μεταφράζεται αυτομάτως σε νέες, ιδιαίτερα επεμβατικές για τη ζωή των ανθρώπων βιοϊατρικές πρακτικές. Οι οποίες υποτίθεται ότι προέκυψαν επειδή ικανοποιούν την «ιδιωτική» ανάγκη και την «ελεύθερη» επιλογή κάθε πολίτη να γνωρίσει τη γενετική του ταυτότητα και την ενδεχόμενη προδιάθεσή του να εκδηλώσει κάποια ασθένεια ή να προκαθορίζει το βιολογικό μέλλον των παιδιών του, μέσω της δημιουργίας εργαστηριακά ανθρώπινων εμβρύων με προεπιλεγμένα γενετικά χαρακτηριστικά.

Σε αυτό το καινοφανές κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, η προστασία των απόρρητων ιατρικών δεδομένων και ειδικότερα των πιο ευαίσθητων προσωπικών γενετικών πληροφοριών αποτελεί ένα ακανθώδες νομικό και κοινωνικό πρόβλημα. Ενα πρόβλημα που διαρκώς οξύνεται και επιδεινώνεται από το γεγονός ότι, στις μέρες μας, όλες αυτές οι πληροφορίες υπάρχουν σε ψηφιακή μορφή στο Διαδίκτυο, για την ασφάλεια του οποίου, όπως είδαμε, δεν υπάρχουν επαρκείς νομικές-πολιτικές εγγυήσεις (βλ. «Μηχανές του Νου», 3/12/2022).

Επομένως, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικό θα έπρεπε να είναι για όσους ή όσες υποβάλλεται σε γενετικά τεστ το να γνωρίζουν ότι στο Διαδίκτυο θα υπάρχουν τόσο τα αποτελέσματα κάθε τεστ όσο και το ψηφιοποιημένο ιατρικό τους αρχείο, το οποίο περιέχει όλες τις νομότυπα απόρρητες πληροφορίες σχετικά με τις γενετικές παθήσεις που ενδέχεται να έχουν ή να εκδηλώσουν κάποτε στο μέλλον.

Οσο για το πολύ συχνά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι η όποια γενετική προδιάθεση για μία ασθένεια δεν ισοδυναμεί καθόλου με βεβαιότητα για την εκδήλωσή της, είναι μία «επουσιώδης λεπτομέρεια» που παραβλέπεται και καταστρατηγείται συστηματικά τόσο από τις ασφαλιστικές εταιρείες όσο και από τους χώρους εργασίας, που απαιτούν να έχουν πρόσβαση σε τέτοιες ιδιωτικές και απόρρητες ιατρικές πληροφορίες, τις οποίες μπορούν καταχρηστικά να τις χρησιμοποιήσουν εναντίον των συμφερόντων των ασφαλισμένων ή των εργαζομένων!

Πράγματι, οι βάσεις δεδομένων DNA (database) που επιτρέπουν τη γενετική ταυτοποίηση των πολιτών έχουν παντού πολλαπλασιαστεί τις δυο τελευταίες δεκαετίες, θέτοντας πια επιτακτικά το πρόβλημα της νομιμότητας της υποχρεωτικής λήψης DNA, της ταυτοποίησης και της αρχειοθέτησης του γενετικού υλικού των ατόμων, καθώς και της νόμιμης ή της έκνομης χρήσης αυτών των γενετικών δεδομένων για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση των ατόμων που θεωρούνται ύποπτα για εγκληματικές ή τρομοκρατικές ενέργειες.

Πάντως, ήδη οι γενετικές αναλύσεις και οι προσωπικοί δείκτες DNA των κατηγορουμένων για κάποια εγκλήματα εκλαμβάνονται από τα δικαστήρια των πιο ανεπτυγμένων χωρών ως ένα επαρκές τεκμήριο ενοχής ή, εναλλακτικά, αθωότητας, ενώ χρησιμοποιούνται συστηματικά και στις αστυνομικές έρευνες εντοπισμού και ταυτοποίησης όσων θεωρούνται ύποπτοι για σοβαρά εγκλήματα ή τρομοκρατικές ενέργειες.

Σήμερα, εντούτοις, η πλειοψηφία όσων συναινούν και υποβάλλονται οικειοθελώς στην ταυτοποίηση του γενετικού τους υλικού, το κάνουν συνήθως για ιατρικούς λόγους, διότι μόνο αν υποβληθούν σε αυτά τα γενετικά τεστ υπάρχει κάποια ελπίδα να τους παρασχεθούν πιο εξατομικευμένες ιατρικές ή/και φαρμακευτικές θεραπείες. Είναι, ωστόσο, προβλέψιμο ότι, στο άμεσο μέλλον, η γενετική ταυτοποίηση θα γίνει υποχρεωτική για όλους τους πολίτες και θα τους επιβληθεί με το εκβιαστικό επιχείρημα ότι, διαφορετικά, δεν θα έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε εξατομικευμένες ιατρικές θεραπείες και σε πιο προσωποποιημένες φαρμακευτικές αγωγές.

Ετσι, το φάντασμα του ολοκληρωτισμού επιστρέφει απειλητικότερο από ποτέ με το ωραιοποιημένο προσωπείο της βιοασφάλειας ή της βιοϊατρικής μέριμνας για τη δημόσια υγεία, στο όνομα της οποίας δημιουργήθηκαν και εξακολουθούν να δημιουργούνται οι αναρίθμητες ιδιωτικές και δημόσιες «τράπεζες δεδομένων» που συσσωρεύουν όλες τις διαθέσιμες γενετικές και ιατρικές πληροφορίες ενός πληθυσμού. Δυστυχώς, στην εποχή του Διαδικτύου και των υποχρεωτικών γενετικών-ιατρικών τεστ, η προστασία των λεγόμενων «ευαίσθητων» προσωπικών δεδομένων και του συναφούς δικαιώματος στην ιδιωτικότητα ή στην ελεύθερη ανάπτυξη της ζωής κάθε ατόμου καταστρατηγούνται κατά κόρον, αν και επίσημα εξακολουθούν να θεωρούνται δυο θεμελιώδη συνταγματικά και αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η «γυμνή ζωή» ως βιοπολιτική επιλογή

Με ποια μέσα οι σύγχρονες κοινωνίες μπορούν να παρεμποδίσουν την έκνομη και καταχρηστική αξιοποίηση των απόρρητων γενετικών-ιατρικών δεδομένων, ανεξάρτητα από τη φύση ή τον τρόπο συλλογής αυτών των πληροφοριών; Και πώς μπορούν να αποτρέψουν την ορατή πλέον απειλή του ατομικού ή\και μαζικού «επιστημονικού» φακελώματος των πολιτών τους στη βάση κάποιων ιδιαίτερων «γενετικών δεικτών», που, στην πραγματικότητα, επιλέγονται για να συγκαλύψουν τις υπαρκτές φυλετικές, κοινωνικές και οικονομικοπολιτικές ανισότητες;

Στο εντυπωσιακό βιβλίο του «Homo sacer, κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», που κυκλοφορεί άριστα μεταφρασμένο από τις εκδ. Εξάρχεια, ο κορυφαίος Ιταλός πολιτικός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν παρουσιάζει την ευρύτερη και συστηματικότερη ανάλυση των σύγχρονων βιοπολιτικών πρακτικών. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, στις μέρες μας, αυτές οι βιοπολιτικές πρακτικές εκμεταλλεύονται όλες τις πρόσφατες βιοτεχνολογικές, βιοϊατρικές προόδους και τη μαζική ιατρικοποίηση για να μετατρέψουν τη ζωή των ανθρώπων σε «γυμνή ζωή». Μια ζωή στο όριο ή στο μεταίχμιο μεταξύ βιολογικής ζωής και κοινωνικού βίου, που επιβάλλεται από την κυρίαρχη πλανητικά βιοπολιτική ως αμοιβαία αλλοτρίωση τόσο της ζωικής όσο και της κοινωνικής υπόστασης των ανθρώπων.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι κυρίαρχες στρατηγικές που υιοθετήθηκαν πλανητικά για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, που μας αποκαλύπτουν τις εγγενείς και ανυπέρβλητες αδυναμίες των ολοκληρωτικών βιοϊατρικών πρακτικών για την προστασία της δημόσιας υγείας, οι οποίες αποδείχτηκαν τραγικά ανεπαρκείς τόσο για την προστασία της υγείας των πολιτών όσο και για τη διασφάλιση ενός βιώσιμου μέλλοντος των κοινωνιών στις οποίες εφαρμόζονται.

Οι σοβαρότατοι περιορισμοί των ανθρώπινων ελευθεριών και δικαιωμάτων, που επιβλήθηκαν στις περισσότερες χώρες λόγω της έκτακτης πανδημικής κρίσης, ενδέχεται, αύριο, να επεκταθούν εξαιτίας της βαθύτατης οικονομικής, οικολογικής και κοινωνικής κρίσης, που επιτείνεται από την εφαρμογή αυτών των «υγειονομικών» μέτρων. Τα φαινομενικά παράδοξα και οι εξόφθαλμες αντιφάσεις στη διαχείριση των μεγάλων πλανητικών, κοινωνικών και υγειονομικών κρίσεων, διαφωτίζονται επαρκώς, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η «απανθρωποποίηση» της πολιτικής προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, συνεπάγεται την απλοϊκή «βιολογικοποίηση» της ανθρώπινης κατάστασης.

Πώς το πετυχαίνει αυτό η νέα πλανητική βιοπολιτική; Μετατρέποντας τις σπάνιες μέχρι χθες «καταστάσεις εξαίρεσης» -τις λεγόμενες «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης»- σε καθεστώς διαρκούς και τεχνητά ανατροφοδοτούμενης ανασφάλειας των πολιτών, οι οποίοι οφείλουν πλέον να ζουν σε μόνιμο καθεστώς ανασφάλειας για το παρόν και φόβου για το μέλλον, να επιβιώνουν δηλαδή στις απάνθρωπες συνθήκες της «γυμνής ζωής».

Ποιοι, άραγε, και σε ποιες περιπτώσεις, έχουν το δικαίωμα πρόσβασης στα προσωπικά βιοϊατρικά και γενετικά δεδομένα των ανθρώπων που συσσωρεύονται κατά κόρον στις τράπεζες ή βάσεις δεδομένων DNA; Το βασανιστικό αυτό ερώτημα απασχολεί όλους τους κοινωνικά ευαίσθητους πολίτες αλλά και αρκετούς ειδήμονες, οι οποίοι διαβλέπουν ότι, κατά τον 21ο αιώνα, το αποφασιστικό διακύβευμα των ανθρώπινων ελευθεριών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς οι σύγχρονες κοινωνίες θα απαντήσουν στο βιοπολιτικό δίλημμα της επιλογής μεταξύ αυτονομίας και ετερονομίας της ανθρώπινης ύπαρξης.