Επιστρέφοντας στο σπίτι από τον Υμηττό ένα βροχερό πρωινό, μεταξύ ψιλικατζίδικου (για εφημερίδα) και σπιτιού, μου έπεσε το ένα γάντι. Το κατάλαβα στο σπίτι. Μικρή η απόσταση. Επέστρεψα και το βρήκα. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν, αντί του «μου έπεσε το γάντι», που συνέβη, κάποιες μεταφορικές εκφράσεις με γάντι: «του πέταξε το γάντι» (πρόκληση), «του ή της φέρθηκε με το γάντι» (ευγένεια), «του ή σου πάει γάντι» (ταίριασμα), «ξύνει το αυτί του με γάντι του μποξ» (βλακεία) κ.λπ. κ.λπ.
Στο σπίτι πια… μου πέταξα το γάντι, θυμήθηκα ότι στον στρατό τα γάντια τα λέγαμε χειρόκτια (χειρίδες, στα αρχαία, Οδύσσεια) κι άρχισα να το ψάχνω· όχι μόνο διαδικτυακά· παλιά σχολή, ανοίγω ακόμα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες! Γάντι, λοιπόν (δάνειο από τα γαλλικά: gant, ομοίως και η μεταφορά: πέταξα το γάντι: jeter le gante), είναι το κάλυμμα προστασίας των χεριών, συνήθως μέχρι τον καρπό. Ποικίλλουν δε σε υλικό και κατασκευή, αναλόγως της χρήσης (θέρμανσης, κηπουρού, τεχνίτη, χειρουργικά, κουζίνας, εμφάνισης/τουαλέτας, του μποξ κ.λπ.), δεδομένου ότι οι άνθρωποι πρώτον είμαστε χειρώνακτες και δεύτερον, συχνά δεν ξέρουμε πού να βάλουμε τα χέρια μας!
Πρώτος γαντοφορεμένος στην Ιστορία/μυθολογία, ο Λαέρτης. Ομως ο Ηρόδοτος μνημονεύει τον Λεωτυχίδη Β΄, βασιλιά της Σπάρτης (491-469), νικητή των Περσών στη ναυμαχία της Μυκάλης (479), που αργότερα ενέδωσε στον πειρασμό και «διαφθαρείς υπό χρημάτων» πέθανε στην εξορία. Τον τσάκωσαν, αναφέρει ο Ηρόδοτος, με γάντι (χειρίδα) γεμάτο χρήματα· αυτός τα… έπαιρνε με το γάντι.
Δεν χρειάζεται βέβαια να πούμε ότι τα γάντια ανήγαγαν σε… επιστήμη, από τον Μεσαίωνα (1342 καταγράφονται οι πρώτες φάμπρικες), οι Γάλλοι. Προς τέρψη, στις άθλιες μέρες που περνάμε: πιο εύκολα βρίσκεις ένα χαμένο γάντι, παρά και τα δύο· αντίθετα με τη μία χαμένη κάλτσα στο πλυντήριο, που δεν τη βρίσκεις ποτέ!
