Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα στη δημόσια σφαίρα διεξάγεται μια πολιτική συζήτηση, της οποίας το θέμα είναι ο ρόλος και η σημασία των νομικών ερμηνειών στη συγκρότηση και τη λειτουργία του κράτους δικαίου στην πολιτική κοινωνία μας. Αφορμή για τη συζήτηση αυτή στάθηκε η γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, για το έργο και τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ (της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών).
Ειδικοί νομικοί επιστήμονες (επί του προκειμένου σχεδόν το σύνολο των συνταγματολόγων) αποφάνθηκαν ότι η διατύπωση γνώμης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σχετικά με τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ δεν είναι νόμιμη. Στη σχετική συζήτηση συμμετέχουν και πολιτικοί αναλυτές και έγκυροι δημοσιογράφοι, οι οποίοι διατυπώνουν τις απόψεις τους. Και αυτή τη φορά το θέμα τους δεν είναι η νομιμότητα της γνωμοδότησης του Ντογιάκου, αλλά ο ρόλος των ειδικών επιστημόνων, δηλαδή της επιστήμης, στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Δεν είναι δυνατόν, ως πολιτική κοινωνία, να αποδεχθούμε όρους όπως π.χ. «η συλλογικότητα» των συνταγματολόγων ή τον χαρακτηρισμό του «ακτιβιστή» για τη δημόσια παρέμβαση των συνταγματολόγων.
Αυτή ακριβώς η μετακριτική που αναπτύχθηκε από μερίδα δημοσιογράφων εντός των διαβουλευτικών ορίων της δημόσιας σφαίρας με έβαλε σε σκέψεις όσον αφορά τον ρόλο και τη λειτουργία της επιστημονικής σκέψης στη σύγχρονη δημοκρατική πολιτική κοινωνία. Μπορούμε να διακρίνουμε τρία μοντέλα όσον αφορά τις σχέσεις επιστήμης και πολιτικής. Το πραγματολογικό, το θετικιστικό και το διαφωτιστικό.
Κατά το πραγματολογικό μοντέλο, η επιστήμη από τη μία και η πολιτική από την άλλη είναι δύο αυτόνομες κοινωνικές σφαίρες. Η μία δεν επηρεάζει την άλλη και η καθεμία ακολουθεί τον δικό της δρόμο. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ένα τέτοιο μοντέλο δεν έχει καμία σχέση με τις συγκροτησιακές διαδικασίες της νεωτερικότητας και της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας εν γένει.
Σε αντίθεση προς το πραγματολογικό μοντέλο, τα άλλα δύο υπερασπίζονται την άρρηκτη εσωτερική σχέση επιστήμης και πολιτικής, στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει έναν ανθρώπινο κόσμο. Το θετικιστικό μοντέλο διαμεσολάβησης επιστήμης και πολιτικής υιοθετεί την επιστημολογική αρχή σύμφωνα με την οποία η επιστημονική γνώση λειτουργεί ως πολιτικός κανόνας για κάθε κοινωνία. Αυτό το φαινόμενο ονομάστηκε στην πολιτική φιλοσοφία «επιστημονικοποίηση» της πολιτικής. Πρόκειται για αδόκιμο όρο στην ελληνική γλώσσα. Αλλά αυτό που θέλουμε να τονιστεί είναι το γεγονός της εξάρτησης της πολιτικής (απόφασης και πράξης) από την επιστημονική γνώση. Αυτή η ιστορική εξέλιξη, σε συνδυασμό με το «πρώτο χέρι» που έχει αποκτήσει το οικονομικό σύστημα έναντι της πολιτικής, δημιουργεί τα προβλήματα παθογένειας στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες μας.
Για το τρίτο μοντέλο των σχέσεων επιστήμης-πολιτικής, το οποίο ονομάζω διαφωτιστικό, αξίζει να τονιστούν τα εξής: Σε ένα διαφωτιστικό πλαίσιο, οι δύο κοινωνικές σφαίρες (δηλαδή η επιστήμη και η πολιτική), ενώ δομούνται και λειτουργούν ως αυτόνομα συστήματα με τους δικούς τους κώδικες, αλληλοσυνδέονται. Η μία σφαίρα προσδιορίζει την άλλη. Λειτουργούν και οι δύο κατά διαλεκτικό τρόπο, όχι συμπληρωματικό. Αυτό σημαίνει πως ό,τι «ανακαλύπτει» η επιστήμη, επανεξετάζεται από το αναστοχαστικό επίπεδο της πολιτικής, η οποία, ακόμη στις μέρες μας, λειτουργεί υπέρ του ανθρώπου. Η πολιτική είναι η κατ’ εξοχήν ανθρωπιστική κοινωνική λειτουργία.
Στον εικοστό πρώτο αιώνα, στην εποχή της εδραίωσης του νεοφιλελευθερισμού ως τρόπου ζωής, τα δύο αυτά μοντέλα των σχέσεων επιστήμης-πολιτικής ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Η επικράτηση του θετικιστικού μοντέλου μάς οδηγεί στην τεχνοκρατική άσκηση της πολιτικής. Οι επιστήμονες αυτοπροσδιορίζονται ως τεχνοκράτες και εκπονούν πολιτικά προγράμματα. Αντιθέτως όσοι υπερασπιζόμαστε το διαφωτιστικό μοντέλο, θέτουμε δύο θεμελιώδεις κοινωνικές προτεραιότητες ως πολιτικό κανόνα στη ζωή μας: η μία αναφέρεται στον εγγενή ορθολογισμό που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες κοινωνίες και η άλλη έχει να κάνει με το ανθρωπιστικό στοιχείο που και αυτό είναι εγγενές στην ανθρώπινη ζωή.
Επειτα απ’ αυτές τις αφηρημένες, για πολλούς, αναλύσεις μου θέλω να καταλήξω σε δύο πολιτικά συμπεράσματα: η δημόσια παρέμβαση των συνταγματολόγων δεν είναι ακτιβιστική ούτε, εννοείται, τεχνοκρατική. Εντάσσεται στο διαφωτιστικό μοντέλο πολιτικής παρέμβασης των ειδικών επιστημόνων σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Το δεύτερο στοιχείο όμως είναι αυτό που έχει και αποφασιστική σημασία για τη λειτουργία της κοινωνίας μας. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα εξακολουθεί να υπερασπίζεται τον δημοκρατικό χαρακτήρα της πολιτικής κοινωνίας της παρά τις όσες αντιξοότητες υψώνουν κυβερνήσεις τύπου Μητσοτάκη. Το σύνολο λοιπόν των συνταγματολόγων στην προκειμένη περίπτωση «ανακατασκεύασε» το εγγενές δημοκρατικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη πολιτική κοινωνία μας. Μπορούμε άραγε να φανταστούμε ότι εμείς όλοι μας θα ζήσουμε σε μια πολιτική κοινωνία, η οποία δεν θεμελιώνεται στη «δημοκρατική αρχή», δηλαδή στους θεσμούς του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας του ανθρώπου κ.ά.; Γιατί με τις κυβερνητικές πράξεις των παρακολουθήσεων και των υποκλοπών αυτό έγινε. Οι Ελληνες πολίτες δέθηκαν στο «σπήλαιο του Πλάτωνος» και δεν αναγνωρίζουν παρά μόνον τις σκιές τους.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
