Ομολογώ, εξ αρχής, πως δεν ξέρω τι σημαίνει η τελευταία λέξη του τίτλου. Τον χρησιμοποιώ μόνο γιατί έχει επιλεγεί από τη διανόηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (π.χ. το βιβλίο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς «Αριστερή κυβερνησιμότητα» από τις εκδόσεις Νήσος) προκειμένου να ορίσει τη δυνατότητα και τη διαθεσιμότητα ενός πολιτικού φορέα να ασκήσει κυβερνητική πολιτική. Δεν νομίζω πως είναι γλωσσικά κατάλληλη -και, παρακαλώ, ας μην επικαλεστεί κανένας τον Φουκό. Δεν είναι αυτό το ζήτημα, ωστόσο.
Το κυριότερο είναι πως αυτή η κυβερνησιμότητα είναι το μείζον κριτήριο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Με απλούστερα -και πιο κατάλληλα- λόγια το θέμα είναι πώς θα γίνουμε κυβέρνηση. Τα υπόλοιπα είτε εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό είτε δεν είναι σχεδόν τίποτε. Δεν είναι τυχαίο ότι στο προαναφερθέν βιβλίο η κριτική που άσκησαν και ασκούν στον βίο και την πολιτεία του κόμματος αριστεροί σε όλο τον κόσμο, αλλά και στη χώρα μας, αντιμετωπίζεται με την καταπληκτική διατύπωση: «Πολλά στελέχη της ευρωπαϊκής Αριστεράς που δεν μπορούν να δημιουργήσουν επιτυχημένες εναλλακτικές στις δικές τους χώρες πραγματοποιούν τις ριζοσπαστικές τους φιλοδοξίες και τις επαναστάσεις των ονείρων τους δι’ αντιπροσώπου». Το θέμα, λοιπόν, είναι η ανικανότητα αυτών των -πολλών, όμως- «στελεχών», η «έλλειψη επιτυχίας». Ισως, ένεκα αυτών, και μια ορισμένη ζήλια.
Θα πείτε, βέβαια, τι λόγος μου πέφτει εμένα. Θα απαντήσω με τον απλούστερο τρόπο: Ως άνθρωπος που δύσκολα βγάζει το δεκαπενθήμερο, για να το πω λαϊκιστικά, «ενδιαφέρομαι».
Και ισχυρίζομαι πως όσο η κυβερνητική επιδίωξη καθορίζει όλα τα υπόλοιπα, τόσο ακόμη και η κυβερνητική προοπτική θα απομακρύνεται. Στην καλύτερη γιατί απομακρύνεται από τα ουσιώδη. Στη χειρότερη γιατί, επιπλέον αυτού, σπέρνει και τη σύγχυση.
Χαρακτηριστική είναι η στάση απέναντι π.χ. στη «Δικαιοσύνη». Οπου η θεσμική «σοβαρότητα» επιβάλλει να διατυμπανίζεται, ξανά και ξανά, πως «έχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη». Δεν είναι μόνο που η «Δικαιοσύνη» το έχει, εδώ και καιρό, τερματίσει σε ό,τι αφορά τις ταξικά -και όχι μόνο- μεροληπτικές αποφάσεις. Δεν είναι, δηλαδή, που, αν είσαι εκλεκτός του συστήματος, βιαστής, καταχραστής, σωματέμπορας κι άλλα ενδοξότερα, μπορείς και να κυκλοφορείς ελεύθερος, ενώ αν είσαι σχολική καθαρίστρια, που παραποίησε έγγραφο (sic) για να δείξει δολίως πως έχει απολυτήριο Δημοτικού, μπορείς να φας και δεκαπέντε χρόνια φυλακή και να σου ζητούν πίσω τα χρήματα. Είναι κυρίως πως για την Αριστερά η «Δικαιοσύνη» ως θεσμός δεν υφίσταται. Πρόκειται για ευφημισμό ενός από τους καταπιεστικότερους κρατικούς μηχανισμούς. Πρόκειται, δηλαδή, για δικαστική εξουσία και καθόλου για δικαιοσύνη. Για έναν σκληρό ταξικό μηχανισμό, στον οποίο όχι μόνο δεν έχουμε καμιά εμπιστοσύνη, αλλά πάντοτε απέναντί του παίρνουμε τα μέτρα μας.
Δείτε, ακόμη, εκείνη την άλλη «σοβαρή» στάση, απόδειξη πως «βάζουμε το εθνικό πάνω από το παραταξιακό». Γι’ αυτό και ως οι θεσμικά άψογοι ψηφίζουμε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας το ίδιο πρόσωπο με τη Δεξιά. Και όταν διαπιστώνουμε πως αυτό που κάνει, σε σχέση ακόμη και με στοιχειώδη ζητήματα ενός κράτους δικαίου, είναι να βλέπει τα τρένα να περνούν ρίχνοντας αετό, γκρινιάζουμε. Αλλά γκρινιάζουμε ριζοσπαστικά.
Γιατί, ως γνωστόν, είμαστε με την αξιοκρατία. Με την τοξικότερη, πάει να πει, έννοια της καπιταλιστικής ιδεολογίας. Η οποία εφευρέθηκε για να πείθει τη μεγάλη υπό εκμετάλλευση πλειονότητα πως η κατώτερη θέση της οφείλεται στα χαμηλότερα «προσόντα». Και όσο περισσότερο «σωστά» εφαρμόζεται, τόσο περισσότερο να πείθει.
Ή δείτε την άλλη στάση που μας ανοίγει πολύ πέρα από τον στενό κομματικό μας χώρο. Γεμίζοντάς μας ικανοποίηση για το γεγονός, π.χ., πως ο έγκριτος κ. Μαραντζίδης μιλάει «άσχημα» για την κυβέρνηση. Και να οι συνεντεύξεις και να οι αναφορές. Κι αν η «Αυγή» και η «Εποχή» έχουν αφιερώσει σελίδες και σελίδες για να δείξουν το σπουδαίο έργο του στο ξέπλυμα των ταγματασφαλιτών, αυτό είναι αμελητέο μπροστά στην κυβερνησιμότητα.
Ολα αυτά, αλλά και άλλα, όπως όταν δηλώνουμε, χωρίς κανείς να μας εξαναγκάσει, πως ο Τραμπ είναι συνεχιστής της κοινής δέσμευσης των δύο λαών μας στις αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, και άλλα και άλλα, ων ουκ έστιν αριθμός, δεν είναι κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία, συγγνωστές τακτικές επιλογές. Είναι βαθιά ιδεολογία. Πιο βαθιά δεν γίνεται.
Γι’ αυτό και έχει πολύ μεγαλύτερη και διαρκέστερη επίπτωση απ’ ό,τι δεκάδες προγράμματα οσοδήποτε κοστολογημένα (sic).
Το θατσερικό-ορμπανικό συνονθύλευμα που μας κυβερνά πρέπει να φύγει. Αυτό δεν γίνεται, νομίζω, με αποδείξεις κυβερνησιμότητας, αλλά με καθαρές διαχωριστικές και απέναντι στη «θεσμική» ταξικότητα-τοξικότητα.
Ολα όσα γίνονται στην Αριστερά -της κυβερνησιμότητας ή όχι- επιπίπτουν σε όλη την Αριστερά. Γι’ αυτό σε όλους και όλες μάς πέφτει λόγος. Και επιβάλλει πάρα πολλές υποχρεώσεις.
