Η υπόθεση ERCI ίσως αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ποινικοποίησης της αλληλεγγύης και της διάσωσης προσφύγων που έχει εφαρμόσει η χώρα μας.
Η βαρύτατη ποινική δίωξη των μελών της ΜΚΟ που δραστηριοποιήθηκε στις ακτές της Λέσβου από το 2016 έως και τον Αύγουστο του 2018 σώζοντας εκατοντάδες πρόσφυγες συνεχίζεται, καθώς εκκρεμεί η δίκη για τις κακουργηματικές κατηγορίες (εγκληματική οργάνωση, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, διακίνηση και διευκόλυνση παράνομης εισόδου).
Ωστόσο, την Παρασκευή σημειώθηκε η πρώτη τους δικαίωση καθώς απαλλάχθηκαν οι 22 από τους 24 κατηγορούμενους από τις πλημμεληματικές κατηγορίες (κατασκοπεία, παράνομη ακρόαση ραδιοσυχνοτήτων, πλαστογραφία, παροχή πληροφοριών σε εγκληματική οργάνωση), ενώ δύο παραπέμφθηκαν εκ νέου στο Πλημμελειοδικείο για παροχή πληροφοριών σε εγκληματική οργάνωση ο ένας και για πλαστογραφία ο άλλος.
Λίγο μετά την απαλλαγή τους από τα πλημμελήματα στο Εφετείο Μυτιλήνης, ο Σον Μπάιντερ, δύτης, εθελοντής διασώστης της οργάνωσης, και ο Νάσος Καρακίτσιος, διευθυντής της, μιλούν στην «Εφ.Συν.» για την περιπέτεια που έζησαν και για το κόστος της προφυλάκισης στην προσωπική τους ζωή. Χαρακτηρίζουν παράλογες και παράνομες τις διώξεις σαν αυτήν και υπογραμμίζουν ότι θα το έκαναν ξανά, αφού οι ανθρώπινες ζωές που έσωσαν αξίζουν περισσότερο από την προσωπική τους ταλαιπωρία.
Ο Μπάιντερ καλεί τις ελληνικές και τις ευρωπαϊκές αρχές να σεβαστούν τη νομοθεσία για τη διάσωση στη θάλασσα και το δικαίωμα ασύλου, ενώ ο Καρακίτσιος καταλογίζει δόλο στους συντάκτες της δικογραφίας. «Ημασταν ο εύκολος στόχος στην προσπάθειά τους να βρουν αποδιοπομπαίους τράγους» τονίζει.
⇒ Νάσος Καρακίτσιος: «Υπήρξε δόλος στη σύνταξη του κατηγορητηρίου»
«Να ξέρεις ότι το Νάσος, σύμφωνα με τη δικογραφία, αποτελεί το εγκληματικό μου ψευδώνυμο», αναφέρει γελώντας.
Λέει ότι στον χώρο της αλληλεγγύης «μπήκα μόλις στα 35 μου χρόνια, το 2016, μετά από πρόσκληση μέσω email την οποία αποδέχθηκα και άλλαξε η ζωή μου. Και λυπάμαι πολύ για την καθυστέρηση. Αργησα πολύ».
Πριν από την ενασχόληση με την ERCI, ο ίδιος ήταν γνωστός επιχειρηματίας στον κλάδο της ασφάλειας πλόων, προστατεύοντας τα ποντοπόρα πλοία από επιθέσεις πειρατών στις ακτές της Αφρικής.
Οπως αναφέρει, έφτασε στη Λέσβο ως εθελοντής τον Ιανουάριο του 2016. «Αρχικά έμεινα 15 ημέρες και μετά άλλες 15 και άλλες 15. Είχα την εμπειρία και την εκπαίδευση και έτσι έμεινα». Βρέθηκε να διευθύνει ουσιαστικά την οργάνωση και, από εκεί που αρχικά δραστηριοποιούνταν μέσα στα καμπ της Μόριας και του δημοτικού Καρά-Τεπέ, βρέθηκε στις ακτές να διασώζει ανθρώπους και να τους προσφέρει τα είδη πρώτης ανάγκης, όταν έβγαιναν βρεγμένοι και τρομοκρατημένοι στην ξηρά.
«Μας στοχοποίησαν όταν μείναμε μόνοι μας και τελευταίοι στις ακτές για έρευνα και διάσωση. Είχαν ήδη διώξει τους Βάσκους εθελοντές πυροσβέστες από το 2016, που κι αυτοί βέβαια αθωώθηκαν πανηγυρικά. Βλέπετε και εσείς σήμερα ότι το κατηγορητήριο είναι σαθρό και γεμάτο παραλείψεις, ασάφειες και λάθη», επισημαίνει, σημειώνοντας ότι περιμένει να συμβεί το ίδιο και με τις κακουργηματικές κατηγορίες.
«Ηθελαν να μας δείξουν ότι δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι στο νησί, ίσως γιατί γίνονται πράγματα που δεν έπρεπε να φανούν, και γιατί έπρεπε να βρουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για όσα συνέβαιναν και να πουν “ορίστε, αυτοί φταίνε”. Οι ΜΚΟ και οι εθελοντές. Ημασταν οι εύκολοι στόχοι, τα εύκολα θύματα» τονίζει.
● Μέχρι τότε πώς ήταν οι σχέσεις με τις Αρχές;
«Είχαμε στενή συνεργασία και καθημερινή επικοινωνία, ανταλλάσσοντας πληροφορίες. Θα πρέπει λοιπόν να ρωτήσετε αυτούς που συνέταξαν τη δικογραφία μήπως θα έπρεπε να κατηγορηθούν και οι λιμενικοί για κατασκοπεία αφού και αυτοί μιλούσαν μαζί μας. Δεν ξέρω, αλλά με τη φαντασία που είχαν, θα μπορούσε ο καθένας να κατηγορηθεί. Υπήρξε δόλος στη σύνταξη του κατηγορητηρίου. Στις ομαδικές συνομιλίες συμμετείχαμε 600 άτομα. Οταν κάποιος έβλεπε μια βάρκα να έρχεται ειδοποιούσε την οργάνωση και από εκεί και πέρα εμείς ειδοποιούσαμε την Υπατη Αρμοστεία, το Λιμενικό, τη Frontex, για να τους παραλάβουν. Κάποιοι λοιπόν διάλεξαν τυχαία ή μη κάποιους και τους κατηγορούν» καταλήγει.
⇒ Σον Μπάιντερ: «Από πότε τα μηνύματα σε μια εφαρμογή αποτελούν διακίνηση ανθρώπων;»
Ο Σον Μπάιντερ έφτασε στη Λέσβο τον Οκτώβριο του 2017. Θέλησε, όπως λέει, να εκμεταλλευτεί την εκπαίδευση και τις γνώσεις του ώστε να σώσει ζωές. Πρόλαβε να μείνει και αυτός έως τον Αύγουστο του 2018, όταν εντοπίστηκε το επίμαχο τζιπ με τις διπλές πινακίδες κυκλοφορίας, που οδήγησε στη σύλληψή του και στην περαιτέρω έρευνα των Αρχών.
Ο Ιρλανδός στην καταγωγή δύτης πέρασε 106 ημέρες στη φυλακή, που του κόστισαν και συναισθηματικά και οικονομικά, όπως λέει. Οταν αποφυλακίστηκε, εκμεταλλεύτηκε τον χρόνο αναμονής και πήρε πτυχίο νομικής. Αλλά ακόμα δεν μπορεί να εργαστεί ως δικηγόρος, αφού θα πρέπει πρώτα να εκλείψει κάθε ποινική εκκρεμότητα εναντίον του.
«Εμείς θέλουμε να γίνει η δίκη, αλλά βλέπω την Εισαγγελία να καθυστερεί. Περιμένουμε εδώ και πέντε χρόνια για τα πλημμελήματα. Δηλαδή για τα κακουργήματα θα περιμένουμε 15 χρόνια;» αναρωτιέται. Οι μνήμες από τη φυλακή επιστρέφουν συχνά σαν εφιάλτες.
«Η φυλάκιση είναι μια δύσκολη και τραγική συνθήκη. Βρέθηκα εκεί από έναν ευρωπαϊκό νόμο που ποινικοποιεί τη βοήθεια σε πρόσφυγες. Σε ποια χώρα του κόσμου η συμμετοχή σε μια ομάδα Whatsapp σε κάνει κατάσκοπο και από πότε τα μηνύματα στην εφαρμογή αποτελούν διακίνηση ανθρώπων;» απορεί, αφού αυτά είναι τα μοναδικά στοιχεία που τον οδήγησαν στη φυλακή.
Θέλει να στείλει ένα μήνυμα στις Αρχές της Ελλάδας αλλά και της Ε.Ε.: «Η κυβέρνηση λέει ότι είμαι εγκληματίας, αλλά εγώ ξέρω ότι ακολούθησα κάθε γράμμα του νόμου. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου λέει ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα στη ζωή, άρα δεν πρέπει να πνιγεί.
Εχει το δικαίωμα στο αίτημα ασύλου, άρα θα έπρεπε να του επιτρέπουμε να υποβάλει αίτημα ασύλου. Υπάρχει η κατεύθυνση ότι όλοι οι διασώστες στη θάλασσα οφείλουν να διασώζουν ανθρώπους.
Οποιος δεν ακολουθεί αυτούς τους νόμους -και δεν τους ακολουθούν οι άνθρωποι που ποινικοποιούν εμάς- παρανομεί.
Η Ελλάδα, η Ε.Ε., τα κράτη-μέλη πρέπει να ακολουθούν αυτούς τους κανόνες. Παρακαλώ λοιπόν, μην παραβιάζετε τους νόμους, τηρήστε τους».
