Βλέποντας και κάνοντας, είναι η απάντηση στο ερώτημα ποια θα είναι η στάση του Ερντογάν απέναντι στις ΗΠΑ στην προεκλογική περίοδο με ορίζοντα τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών στα μέσα Μαΐου.
Τι θα αποδώσει ως προς τη συσπείρωση της εκλογικής βάσης του Ερντογάν;
Η συγκρουσιακή κλιμάκωση των εκκρεμοτήτων ΗΠΑ-Τουρκίας ή μια απαρχή συνολικής εκκαθάρισης εκκρεμοτήτων;
Ή και οι δύο επιλογές ταυτόχρονα και εναλλάξ;
Ενα είναι βέβαιο, ότι την προεκλογική ευελιξία του Ερντογάν την έδωσαν οι ΗΠΑ, προφανώς με την πεποίθηση ότι η προεκλογική περίοδος προβάλλει ως πιο κατάλληλη για την εκκίνηση της εξομάλυνσης.
Η επένδυση στην προοπτική επανεκλογής του Ερντογάν είναι μονόδρομος, σε μια στιγμή που ο συνασπισμός των έξι κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν έχει κατορθώσει ακόμη να ορίσει κοινό υποψήφιο.
Χωρίς εναλλακτική επιλογή ακόμη για τις κάλπες και με την κυβέρνηση Μπάιντεν να επείγεται για κάποια βήματα εξομάλυνσης ο Ερντογάν μπορεί να προβάλλει ως η πιστοποιημένη και από την Ουάσινγκτον επιλογή σταθερότητας.
Αν το καλό σενάριο δεν αποδώσει δημοσκοπικά, τίποτε δεν θα εμποδίσει λίγο πριν από τις εκλογές ένα κρεσέντο αντιδυτικής απαξιωτικής ρητορικής μαζί με απειλές για εισβολή στη Συρία και θερμά επεισόδια με την Ελλάδα.
Ολα τα παραπάνω προφανώς απορρέουν από την εκτίμηση των ΗΠΑ ότι το κόστος τής με οποιονδήποτε τρόπο απομάκρυνσης του Ερντογάν από την εξουσία είναι μεγαλύτερο από το κόστος της επανεκλογής του.
Η εγκατάλειψη του East Med πριν από ένα χρόνο και η στήριξη του αιτήματος της Αγκυρας για τα F-16 είναι μια έμμεση αλλά σαφής παραδοχή των ΗΠΑ ότι η αποσταθεροποιητική διπλωματία Ερντογάν μέχρι στιγμής δεν έχει πατήσει την κόκκινη γραμμή της ΝΑΤΟϊκής κανονικότητας.
Με άλλα λόγια, υπό τις παρούσες συνθήκες και συσχετισμούς οι ΗΠΑ θα θεωρούσαν ως επιτυχία τη μη περαιτέρω επιδείνωση των διμερών σχέσεων, έναν περιορισμό ζημιών.
Η άποψη ότι οι ΗΠΑ δρουν υπό την επιρροή του συνδρόμου «Ποιος έχασε την Κίνα», που κυριαρχούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’50, δεν ευσταθεί καθώς ήδη ένα ενδεχόμενο ερώτημα «Ποιος έχασε την Τουρκία;» στερείται νοήματος.
Η Τουρκία που ήξεραν στις ΗΠΑ έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, όπως χάθηκε η Γιουγκοσλαβία του Τίτο για την ΕΣΣΔ μετά το 1948 και η Γαλλία του Ντεγκόλ για το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ μετά το 1965, με τη Μόσχα και την Ουάσινγκτον να προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα.
