Ο Ιανουάριος τείνει να καθιερωθεί ως ο κατ’ εξοχήν μήνας πολιτικής αναταραχής για τις ΗΠΑ. Σαν χθες πριν από δυο χρόνια, όχι μόνο η Αμερική, αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα παρακολουθούσε άναυδη την πρωτοφανή στα χρονικά εισβολή στο Καπιτώλιο από ακροδεξιούς φανατισμένους οπαδούς του Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να εμποδίσουν την επίσημη επικύρωση του εκλογικού αποτελέσματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, με το οποίο ο Τζο Μπάιντεν αναγνωριζόταν ως ο νέος πρόεδρος της χώρας.
Σήμερα, κι ενώ η κυβέρνηση οργάνωνε εκδηλώσεις μνήμης για εκείνη την αιματηρή επίθεση προς τους δημοκρατικούς θεσμούς, η ίδια Βουλή των Αντιπροσώπων έχει μετατραπεί ξανά σε πεδίο μάχης. Αυτή τη φορά, εξαιτίας της ενδορεπουμπλικανικής σφαγής που έχει απαγορεύσει την εκλογή προέδρου του Σώματος ύστερα από 11 απανωτές ψηφοφορίες μέσα σε τρεις μέρες, καταρρίπτοντας ρεκόρ 100ετίας! Στο επίκεντρο της αναταραχής μάλιστα βρίσκονται και πάλι οι οπαδοί του πρώην προέδρου των ΗΠΑ.
Μια ομάδα 20 ακραίων φιλοτραμπικών βουλευτών, η οποία μέχρι και το βράδυ της Πέμπτης είχε αποδειχθεί εντυπωσιακά συμπαγής στην αρνητική της στάση, παρά τις απόπειρες διαλόγου και παραχωρήσεων εκ μέρους του Κέβιν Μακάρθι, του ανθρώπου που μέχρι πρότινος θεωρούνταν φαβορί για το αξίωμα του νέου προέδρου της Βουλής και παρά τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ προς το πρόσωπό του. Κι αυτή η εμπλοκή δεν αφορά μόνο τον πρόεδρο, αλλά το σύνολο του νομοθετικού έργου αφού, αν δεν εκλεγεί πρόεδρος, δεν μπορούν να ορκιστούν οι νέοι βουλευτές ούτε να συσταθούν οι κοινοβουλευτικές επιτροπές.
Η διαφορά της ώρας δεν μας επέτρεψε να προλάβουμε τις εξελίξεις της χθεσινής -τέταρτης- μέρας της συνεδρίασης, η οποία αναμενόταν να ξεκινήσει το μεσημέρι ώρα Ουάσινγκτον (7 το απόγευμα ώρα Ελλάδας). Ο Μακάρθι, πάντως, ο μέχρι πρότινος επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή, παρέμενε φαινομενικά ψύχραιμος. «Οπως φαίνεται, μου αρέσει να γράφω Ιστορία», είχε σχολιάσει το βράδυ της Πέμπτης, μετά την ήττα του και στην 11η ψηφοφορία, προσθέτοντας ότι «δεν πειράζει αν μας πάρει λίγο χρόνο παραπάνω». Αυτό που δεν διευκρίνισε ήταν αν μετά το ρεκόρ του 1923 σκοπεύει να καταρρίψει κι εκείνο του 1855, όταν η Βουλή χρειάστηκε δύο μήνες και 133 ψηφοφορίες προκειμένου να εκλέξει πρόεδρο, με επίκεντρο της έριδας το ζήτημα της κατάργησης της δουλείας, βασική αφορμή για την έναρξη του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου έξι χρόνια αργότερα.
Με βάση τα τελευταία δημοσιεύματα, ο Μακάρθι φαινόταν περισσότερο αισιόδοξος για την έκβαση, έχοντας υποχωρήσει στα περισσότερα αιτήματα των «σκληρών» τα οποία, αν υλοποιηθούν, αποδυναμώνουν τον ρόλο του προέδρου. Οπως, για παράδειγμα, η επαναφορά του κανονισμού που δίνει τη δυνατότητα ακόμα και σε ένα μεμονωμένο βουλευτή να υποβάλει πρόταση μομφής κατά του προέδρου.
Ο βουλευτής της Πενσιλβάνια Σκοτ Πέρι, επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ελευθερίας, της σημερινής αιτίας του κακού, φάνηκε δεκτικός ως προς το «πακέτο» που πρότεινε ο Μακάρθι. Μια κίνηση για την οποία ο τελευταίος ίσως στο τέλος μετανιώσει πικρά. Και όχι μόνο αυτός, καθώς η ομαλή λειτουργία της Βουλής θα βρίσκεται στο έλεος μιας χούφτας φανατικών. «Ακόμα κι αν ο Μακάρθι εξασφαλίσει τις ψήφους που χρειάζεται», σχολίαζε το Associated Press, «θα είναι ένας αποδυναμωμένος πρόεδρος που θα έχει παραχωρήσει ορισμένες από τις εξουσίες του, γεγονός που θα τον θέτει μόνιμα υπό την απειλή να καταψηφιστεί από τους αντιπάλους του».
