ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ηλίας Παπαθεοδώρου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οσοι έχουν ασχοληθεί με την ενεργειακή μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) γνωρίζουν πως εκτός από τα ευεργετικά αποτελέσματα για την καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης, οι ΑΠΕ προσφέρουν αυτονομία, αυτάρκεια και ανεξαρτησία.

Κατά τη διάρκεια της μετάβασης όμως, το ενεργειακό μείγμα κάθε χώρας πρέπει να συμπεριλάβει και τα λεγόμενα μεταβατικά καύσιμα, δηλαδή τα καύσιμα που θα καλύπτουν τη διαφορά μεταξύ των ενεργειακών αναγκών της χώρας και της παραγωγής από ΑΠΕ.

Η κυβέρνηση έχει επενδύσει στο ορυκτό αέριο ως μεταβατικό καύσιμο αφού το μόνο άμεσα διαθέσιμο ορυκτό καύσιμο που έχει η χώρα είναι ο λιγνίτης, ένα καύσιμο εξαιρετικά ρυπογόνο και οικονομικά ασύμφορο. Το «φτηνό» αέριο φάνταζε ως μια λογική λύση έναντι της επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης, επενδύσεων εξάλειψης ενεργειακής σπατάλης και εξοικονόμησης ενέργειας. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα είχε πάντα δυσκολίες να εξηγήσει στο πολιτικό του ακροατήριο την ενεργειακή μετάβαση και τη μη χρήση λιγνίτη, συμφώνησε με το αφήγημα του αερίου ως καυσίμου μετάβασης και τη συνεχιζόμενη επένδυση εθνικών πόρων στην επέκταση των δικτύων αερίου.

Ομως η Ιστορία έχει ένα κακό συνήθειο να επαναλαμβάνεται. Ζούμε την ενεργειακή κρίση του αερίου όπως είχαμε ζήσει αυτήν του πετρελαίου τη δεκαετία του ‘70. Η τωρινή κρίση, όπως κάθε κρίση, επηρεάζει δυσανάλογα τους οικονομικά αδύναμους και έδωσε τη δυνατότητα για υπερκέρδη στις εταιρείες ενέργειας. Για να καταπολεμήσει το οικονομικό αδιέξοδο των πολιτών, το ελληνικό κράτος επιδότησε τους πολίτες με 7 δισ., όμως οι πολίτες μετακύλησαν το ποσό αυτό στους παρόχους ενέργειας.

Επί της ουσίας το κράτος επιδότησε τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων με κάποια δισ. συμβάλλοντας σε μια χρονιά με κέρδη-ρεκόρ. Στο πρώτο εννεάμηνο του 2022 τα κέρδη των επτά μεγαλύτερων εταιρειών υπολογίζονται στα 150 δισ. και ο χειμώνας είναι ακόμα μπροστά μας. Το αφήγημα του αερίου ως φτηνού μεταβατικού καυσίμου κατέρρευσε και η εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές αερίου έγινε αντικείμενο σφοδρής και δίκαιης κριτικής.

Με το ενεργειακό και την εξάρτηση από τρίτους να έχουν γίνει κεντρικό θέμα των επερχόμενων εκλογών, η κυβέρνηση έπρεπε να αντιδράσει. Πρώτα, άνοιξε το θέμα των εξορύξεων νότια της Κρήτης που έχουν και εθνική διάσταση (δοκιμαστική γεώτρηση κατά το 2025) και τώρα ανέσυρε από τα κιτάπια το κοίτασμα αερίου στη Ζίτσα της Ηπείρου.

Σύμφωνα με τον υπουργό Σκρέκα, «το κοίτασμα των Ιωαννίνων θα μπορούσε να καλύψει την κατανάλωση της Ελλάδας για 10 έτη, εφόσον επαληθευτεί από τα πραγματικά δεδομένα», με τα πιθανά κέρδη να εξαρτώνται από τις συμβάσεις και να είναι της τάξης του 40% με 60% επί των κερδών. Οποιος έχει βασικές γνώσεις συμβολαίων ξέρει πως το επί των κερδών συμφέρει τις εταιρείες και δεν συμφέρει όποιον παραχωρεί δικαιώματα. Επιπλέον, οι πιθανότητες επιτυχίας των γεωτρήσεων που προγραμματίζονται για το 2023 είναι γύρω στο 15%. Ομως ο κ. υπουργός δεν τόνισε πως ακόμα εκκρεμούν οι περιβαλλοντικές μελέτες που μπορούν να ανατρέψουν όλα τα δεδομένα.

Είναι σαφές πως η κυβέρνηση σε προεκλογική περίοδο πρέπει να πείσει το εκλογικό της ακροατήριο για τις «προσπάθειες» που καταβάλλει για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση με εγχώρια ορυκτά καύσιμα και για την αύξηση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας. Επιπλέον, πρέπει να αιτιολογήσει τις συνεχιζόμενες επενδύσεις σε δίκτυα αερίου έναντι επενδύσεων που να επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση, αυτονομία και αναβάθμιση πολιτών, εταιρειών και κράτους.

Οι πιθανότητες το κοίτασμα της Ηπείρου να απογοητεύσει είναι πάνω από 80%. Σε αυτή την περίπτωση, το μόνο 100% σίγουρο είναι πως θα μείνει μια οικονομικά αμφισβητήσιμη και περιβαλλοντικά καταστροφική γεώτρηση ως μνημείο της εμμονής και της προσπάθειας επιστροφής στη χρυσή εποχή των ορυκτών καυσίμων. Η εποχή αυτή έχει παρέλθει προ πολλού. Τα αυτοκίνητα εσωτερικής καύσης, οι καυστήρες θέρμανσης, τα εργοστάσια παραγωγής ρεύματος με ορυκτά καύσιμα είναι στρατηγικές του παρελθόντος.

Οι πολίτες αποζητούν καλύτερες συνθήκες ζωής χωρίς ατμοσφαιρική ρύπανση, χωρίς ηχορύπανση, χωρίς ενεργειακή φτώχεια και με ενέργεια φιλική προς το περιβάλλον και την τσέπη τους. Χρειάζονται πολιτικές που να αυξάνουν την ενεργειακή τους αυτονομία μέσω ιδιοπαραγωγής/ιδιοκατανάλωσης, μέσω ενεργειακών κοινοτήτων και μέσω ορθά χωροθετημένων εγκαταστάσεων ΑΠΕ. Δεν χρειάζονται συνέχιση της λογικής του παρελθόντος, της κεντρικής παραγωγής ενέργειας από κρατικά μονοπώλια ή επιχειρηματικά ολιγοπώλια. Ζούμε στην εποχή που η ενέργεια μπορεί πραγματικά να γίνει κοινό αγαθό, ας πιέσουμε όλοι γι’ αυτό.

*Πρόεδρος εταιρειών βιοτεχνολογίας, πρ. διεθνής γραμματέας Οικολόγων Πράσινων