Σε μια χώρα που γέννησε μέσα σε δύο αιώνες πληθώρα γελοιογράφων και σκιτσογράφων, η βιβλιογραφία σχετικά με τη γελοιογραφία και την ιστορία της είναι εγκληματικά φτωχή. Χωρίς, φυσικά, αυτό να σημαίνει πως τα βιβλία που έχουν γραφτεί πάνω στο θέμα δεν είναι ποιοτικά, η σκέψη, όμως, του πλήθους των σκίτσων και των γελοιογραφιών που μένουν αταξινόμητα, άγνωστα και σκονισμένα σε βιβλιοθήκες και αρχεία εφημερίδων προκαλεί θλίψη.
Αν εξαιρεθούν δε οι ακόμα πιο λίγες μονογραφίες ή βιογραφίες σκιτσογράφων που υπάρχουν (όπως για τους Φωκίωνα Δημητριάδη, Ηλία Κουμετάκη και Μποστ), πολλοί και άξιοι σκιτσογράφοι μένουν μαζί με το έργο τους στην αφάνεια. Μια τέτοια αδικία προσπαθεί να διορθώσει το βιβλίο του Κωστή Α. Λιόντη «Ολίγα τινά περί Νίκου Καστανάκη (γελοιογράφου-σκιτσογράφου-γραφίστα)» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδός Πανός το φθινόπωρο.
Ο Καστανάκης ίσως έχει επισκιαστεί μέσα στα χρόνια από τον συνομήλικο και συμπατριώτη συνάδελφό του, Φωκίωνα Δημητριάδη, στην εποχή του όμως ήταν ένας αναγνωρισμένος και επιδραστικός δημιουργός. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1896, πρώτος ξάδερφος του συγγραφέα Θράσου Καστανάκη κατά τον Λιόντη, και έδρασε στον χώρο της γελοιογραφίας, της γραφιστικής και του έντυπου Τύπου στην Ελλάδα για περίπου τέσσερις δεκαετίες, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τη δεκαετία του ‘60.
Πολυγραφότατος και δημιουργικός, από την περίοδο της Κατοχής τάχθηκε με την Αντίσταση και την Αριστερά και παρέμεινε στο πλευρό της μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1961, γελοιογραφώντας στην «Αυγή» και στον «Ριζοσπάστη».
Το «Καρέ Καρέ» έχει ασχοληθεί στο παρελθόν με το έργο του και συγκεκριμένα με τα κόμικς του. Σε άρθρο του γράφοντος για το κόμικς «Το Χάνι της Γραβιάς» της σειράς των Κλασικών Εικονογραφημένων σε σενάριο Βασίλη Ρώτα, αναφέρεται η ευρηματικότητά του στη σκηνοθεσία και στο στήσιμο λόγου και εικόνας που πρωτοτυπεί κραυγαλέα σε σχέση με τα περισσότερα Κλασικά από Ελληνες δημιουργούς («Το πρωτοποριακό Χάνι της Γραβιάς», «Καρέ Καρέ» #407, 26-27/3/22).
Τώρα, με το βιβλίο του Κωστή Λιόντη, πέφτει φως και μια βασική τάξη στο προηγουμένως αχαρτογράφητο έργο του Καστανάκη. Ο Λιόντης, δημοσιογράφος, μελετητής και συγγραφέας βιβλίων σχετικών με τη φωτογραφία («Δημήτρης Παπαδήμος, ταξιδιώτης φωτογράφος» 2012, «Η ελληνική φωτογραφία και η φωτογραφία στην Ελλάδα» 2013, «Στέργιος Στεργίου. Κίος 1921-1922» 2018), ασχολείται για πρώτη φορά με γελοιογράφο και το κάνει με ιδιαίτερο πάθος. Στο βιβλίο του για τον Καστανάκη δεν επικεντρώνεται σε βιογραφικές λεπτομέρειες για τη ζωή του δημιουργού αλλά στην όσο το δυνατόν καλύτερη ιχνηλάτηση της καλλιτεχνικής του πορείας. Από την πένα του, που μοιάζει σαν να αγωνιά για να μην «πλατειάσει», περιγράφει με απλό και περιληπτικό λόγο το εύρος της εργογραφίας του δημιουργού.
Εξηγεί, παράλληλα, το χρονικό πλαίσιο και όρους που πλέον μας είναι ακατανόητοι, όπως το τι είναι το σκιτσογραφικό ρεπορτάζ του Μεσοπολέμου. Μοναδικό μείον, ίσως, είναι η ασπρόμαυρη εκτύπωση του βιβλίου που στερεί το χρώμα πολλών έργων του Καστανάκη.
Μέσα σε 150 σελίδες, ο αναγνώστης περνά από τα πρώτα βήματα του Καστανάκη στις εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης της δεκαετίας του ’10, τη μετανάστευσή του στην Αθήνα και τον σκιτσογραφικό του οίστρο στον αθηναϊκό Τύπο του ’20, τις εικονογραφήσεις βιβλίων και περιοδικών, τη λαμπρή γραφιστική του πορεία συνεργαζόμενου με τον προπάτορα της σύγχρονης γραφιστικής Αγγελο Σπάχη, τη γελοιογράφηση του Μουσολίνι κατά το γελοιογραφικό Επος του ’40, τη χαμένη αντιστασιακή εργογραφία του και τον θάνατο του γιου του, Απελλή, από τους ταγματασφαλίτες μέχρι και τις μεταπολεμικές του γελοιογραφίες, αφίσες, κόμικς στα Κλασικά Εικονογραφημένα και το μεγάλο του απωθημένο πάθος για τη ζωγραφική.
Ο συγγραφέας έχει καταφύγει σε πρωτογενείς πηγές για τις εικόνες και τις πληροφορίες του βιβλίου, όπως εφημερίδες της εποχής, και δεν κρύβει να αναφέρει την έλλειψη βιβλιογραφίας για τους Ελληνες γελοιογράφους.
Σε γνώση του δύσκολου εγχειρήματός του και με μια δόση μετριοφροσύνης γράφει στον επίλογο: «Ούτε βιογράφος είμαι ούτε, πολύ περισσότερο, θα ήθελα να πέσω στις δόλιες παγίδες του ψυχολογισμού. (…) Πρακτικά, μόνο δειγματοληπτική του εικόνα (του Καστανάκη) μπορεί να σχηματιστεί. Καθολική και μάλιστα με ακρίβεια, είναι μάλλον αδύνατη. Σε ποιο βαθμό η εικόνα που προέκυψε εδώ μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική, είναι αυτονόητο ότι τίθεται υπό κρίση. Επιδίωξα πάντως τη διαμόρφωση ενός περιγράμματος».
Το σίγουρο είναι πως τα «Ολίγα τινά», σε ένα πεδίο χαοτικά και θλιβερά θολό, είναι μια τίμια βάση για κάτι ακόμα μεγαλύτερο και σίγουρα πολύ παραπάνω από «ολίγα»!
