«Το ΝΑΤΟ και η E.E. δεσμεύονται να ενισχύσουν τη συνεργασία τους μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία που απειλεί την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ασφάλεια και σταθερότητα».
Αυτό επισημαίνει η τρίτη κοινή δήλωση ΝΑΤΟ-Ε.Ε. που υπέγραψαν χθες στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες ο γ.γ. της Συμμαχίας, Γενς Στόλτενμπεργκ, ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Ε.Ε., Σαρλ Μισέλ, και η πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. δεσμεύτηκαν επίσης ότι θα προχωρήσουν τη συνεργασία τους «στο επόμενο επίπεδο», ειδικότερα στην αντιμετώπιση του αυξανόμενου γεωστρατηγικού ανταγωνισμού, στα ζητήματα ανθεκτικότητας, στην προστασία των υποδομών ζωτικής σημασίας, στις αναδυόμενες τεχνολογίες, στο Διάστημα, στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ασφάλεια, καθώς και στη χειραγώγηση και παρέμβαση ξένων πληροφοριών.
Η κοινή δήλωση περιλαμβάνει και μια σύντομη αναφορά στην Κίνα: «Ζούμε σε μια εποχή αυξανόμενου στρατηγικού ανταγωνισμού. Οι αυξανόμενες διεκδικήσεις και πολιτικές της Κίνας παρουσιάζουν προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουμε», αναφέρεται.
Στις δηλώσεις που ακολούθησαν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η Τουρκία θα επικυρώσει το πρωτόκολλο προσχώρησης της Φινλανδίας και της Σουηδίας.
Ο Γενς Στόλτενμπεργκ επανέλαβε για άλλη μια φορά ότι η Τουρκία έχει «θεμιτές ανησυχίες σχετικά με την ασφάλειά της» και πρόσθεσε ότι «κανένας άλλος σύμμαχος του ΝΑΤΟ δεν έχει υποφέρει από την τρομοκρατία περισσότερο απ’ ό,τι η Τουρκία».
Υπενθύμισε, επίσης, ότι τον Ιούλιο στη Μαδρίτη υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της Τουρκίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, βάσει της οποίας οι δύο υποψήφιες χώρες συμφώνησαν να άρουν τους περιορισμούς σε εξαγωγές όπλων -κάτι το οποίο έγινε- και να εργαστούν για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, κάτι το οποίο γίνεται και υπάρχει «στενή συνεργασία για να αντιμετωπιστεί».
Συνεχίζοντας, ο Γ. Στόλτενμπεργκ τόνισε ότι οι δύο σκανδιναβικές χώρες έχουν λάβει διμερείς εγγυήσεις ασφάλειας από κάποια κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Πρόσθεσε, επίσης, ότι το ΝΑΤΟ έχει ενισχύσει την παρουσία του στην περιοχή και πως είναι «αδιανόητο» οι δύο χώρες να αντιμετωπίσουν στρατιωτική απειλή χωρίς την αντίδραση της Συμμαχίας.
