Προσιτή κατοικία για τους νέους εξαγγέλλει η κυβέρνηση, αλλά πόσο προσιτή μπορεί να είναι στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία όταν υλοποιείται και πάλι μέσω τραπεζικού δανεισμού και όχι μέσω κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής;
Ο τραπεζικός δανεισμός είναι το κεντρικό μοτίβο στο σχέδιο νόμου το οποίο αναρτήθηκε την περασμένη Παρασκευή από τον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων στο open.gov για διαβούλευση μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου. Ειδικότερα, ο πυρήνας του σχεδίου αφορά την παροχή χαμηλότοκων ή άτοκων στεγαστικών δανείων προς νέους και νέα ζευγάρια, ηλικίας 25 έως 39 ετών, με σκοπό την απόκτηση πρώτης κατοικίας κι εφόσον πληρούν συγκεκριμένες εισοδηματικές προϋποθέσεις.
Ενα δεύτερο σκέλος της νομοθετικής παρέμβασης αφορά τη σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα για την αξιοποίηση αδόμητων και δομημένων ακινήτων των φορέων γενικής κυβέρνησης, ώστε να διατεθούν ως κοινωνικές κατοικίες έναντι μειωμένου και ελεγχόμενου μισθώματος, αλλά σε συμφωνία πάντα με τον ανάδοχο εργολάβο ή μηχανικό που θα αναλάβει την ανέγερση και την εκμίσθωση μέρους του ακινήτου σε δικαιούχους έναντι προκαθορισμένου μισθώματος. Πάντως σε ό,τι αφορά το διαπιστωτικό μέρος του προβλήματος, η εισηγητική έκθεση εμπεριέχει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως είναι τα εξής:
■ το υψηλό κόστος στέγασης, καθώς 37% του εισοδήματος των πολιτών ξοδεύεται για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι 20%,
■ η φθίνουσα πορεία ιδιοκατοίκησης 74%,
■ η αύξηση στην ηλικία στεγαστικής ανεξαρτητοποίησης καθώς στην Ελλάδα είναι στο 31ο έτος συγκριτικά με το 26ο στην Ευρωπαϊκή Ενωση (5η χειρότερη επίδοση),
■ η παλαιότητα των ακινήτων με αρνητικό ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα, καθώς 95% των κατοικιών στην Ελλάδα είναι άνω των 15 ετών και 85% είναι άνω των 20 ετών.
